ΔΕΕ – Καταδίκη της Ελλάδας για τα αφορολόγητα καύσιμα στα σύνορα

Μια απόφαση που δικαιώνει τους αγώνες της ομοσπονδίας Βενζινοπωλών Ελλάδος και τους βενζινοπώλες που κατάγγειλαν και αγωνίστηκαν κατά της πώλησης αφορολογήτων καυσίμων στα σύνορα η οποία διευκόλυνε το λαθρεμπόριο και ήταν σε βάρος των βενζινοπωλών και των εσόδων του κράτους.

 

Φωτορεπορτάζ του eea.gr, απο την κινητοποίηση και τον αποκλεισμό του συνοριακιού σταθμού Ευζώνων, το 2011, απο τους βενζινοπώλες που απαιτούσαν την ανάκληση της απόφασης πώλησης αφορολόγητων καυσίμων.

 

Απόφαση του Ευρωπαϊκού δικαστηρίου έκρινε ότι η Ελληνική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ νομοθεσία που επιτρέπει την πώληση αφορολόγητων πετρελαιοειδών προϊόντων από τα πρατήρια της «Καταστήματα Αφορολόγητων Ειδών AE» τα οποία βρίσκονται στους μεθοριακούς σταθμούς Κήπων Έβρου (Ελλάδα), Κακαβιάς (Ελλάδα) και Ευζώνων (Ελλάδα), ήτοι σε περιοχές που συνορεύουν με τρίτες χώρες –συγκεκριμένα, με τη Δημοκρατία της Τουρκίας, τη Δημοκρατία της Αλβανίας και την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, αντιστοίχως–, παρέβη τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει από το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/118/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης και για την κατάργηση της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ.

Ιστορικό

Κατόπιν καταγγελίας, η Επιτροπή συγκέντρωσε πληροφορίες σχετικά με την πώληση αφορολόγητων πετρελαιοειδών προϊόντων από τα πρατήρια της ΚΑΕ τα οποία βρίσκονται στους μεθοριακούς σταθμούς Κήπων Έβρου, Κακαβιάς και Ευζώνων. Θεωρώντας ότι η ισχύουσα εθνική νομοθεσία ενδέχεται να αντιβαίνει στην οδηγία 2008/118, η Επιτροπή κάλεσε την Ελληνική Δημοκρατία να της παράσχει διευκρινίσεις.

Με επιστολή της 19ης Δεκεμβρίου 2011, η Ελληνική Δημοκρατία απάντησε ότι τα συγκεκριμένα πρατήρια, όπου εφοδιάζονται με καύσιμα οχήματα από τρίτες χώρες τα οποία κατευθύνονται προς τις χώρες αυτές, λειτουργούν ως φορολογική αποθήκη και πραγματοποιούν, κατ’ εφαρμογήν απλουστευμένης διαδικασίας, εξαγωγή πετρελαιοειδών προϊόντων, με συνέπεια ο ειδικός φόρος κατανάλωσης να μην καθίσταται απαιτητός.

Στις 29 Νοεμβρίου 2013 η Επιτροπή απηύθυνε στο κράτος μέλος προειδοποιητική επιστολή, υποστηρίζοντας ότι η πώληση αφορολόγητων πετρελαιοειδών προϊόντων είναι αντίθετη προς τις επιταγές της οδηγίας 2008/118. Επιβεβαίωσε δε την άποψή της αυτή με την αιτιολογημένη γνώμη της 1ης Σεπτεμβρίου 2014.

Με επιστολή της 29ης Δεκεμβρίου 2014, η Ελληνική Δημοκρατία επανέλαβε την αρχική της θέση ότι η πώληση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων η οποία γίνεται, χωρίς επιβολή του φόρου αυτού, από την ΚΑΕ εντός των μεθοριακών σταθμών στους Κήπους Έβρου, την Κακαβιά και τους Ευζώνους συνάδει με το δίκαιο της Ένωσης, αφού, χάρη στην απλουστευμένη διαδικασία εξαγωγής που εφαρμόζεται, το κράτος μέλος εξασφαλίζει ότι τα καύσιμα δεν καταναλώνονται επί ελληνικού εδάφους, αλλά εξάγονται προς τρίτες χώρες.

Η Επιτροπή αποφάσισε να ασκήσει την υπό κρίση προσφυγή, δεδομένου ότι δεν ικανοποιήθηκε από τις απαντήσεις της Ελληνικής Δημοκρατίας.

 

Τα βασικά σκεπτικά και η  απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου

Η Επιτροπή εκτιμά ότι, στο μέτρο που τα συγκεκριμένα πρατήρια συνιστούν «φορολογικές αποθήκες» κατά την έννοια του άρθρου 4, σημείο 11, της οδηγίας 2008/118, τα πετρελαιοειδή προϊόντα τα οποία αποθηκεύονται εκεί τελούν υπό καθεστώς αναστολής, οπότε η υποχρέωση καταβολής του ειδικού φόρου κατανάλωσης αναστέλλεται. Κατά τον εφοδιασμό των δεξαμενών καυσίμων των οχημάτων, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός επειδή τα καύσιμα εξέρχονται, επί ελληνικού εδάφους, από το καθεστώς αναστολής.

Η ως άνω ερμηνεία απορρέει από το άρθρο 7, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2008/118, το οποίο προβλέπει ότι «η έξοδος υποκειμένων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων από ένα καθεστώς αναστολής, συμπεριλαμβανομένης της παράτυπης εξόδου» ισοδυναμεί με θέση σε ανάλωση. Από την παράγραφο 1 του ίδιου άρθρου προκύπτει ότι ως «θέση σε ανάλωση» νοείται ο χρόνος κατά τον οποίο καθίσταται απαιτητός ο ειδικός φόρος κατανάλωσης.

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, ο κρίσιμος χρόνος, όσον αφορά το απαιτητό του ειδικού φόρου κατανάλωσης, είναι «η θέση σε ανάλωση» και όχι η ίδια η «ανάλωση». Επομένως, το απαιτητό δεν εξαρτάται από την απόσταση η οποία χωρίζει το σημείο πώλησης από τα εξωτερικά σύνορα του αντίστοιχου κράτους μέλους. Ομοίως, άνευ σημασίας είναι το για πόσο χρόνο το προϊόν που έχει τεθεί σε ανάλωση παραμένει εντός της επικράτειας του κράτους μέλους.

Η Επιτροπή εκτιμά ότι τα άρθρα 17 έως 31 της οδηγίας 2008/118, τα οποία ρυθμίζουν τη «διακίνηση υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων τα οποία τελούν υπό καθεστώς αναστολής», επιβεβαιώνουν την ως άνω ερμηνεία. Η διακίνηση υποκείμενων στον ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων καλύπτεται από το καθεστώς αναστολής μόνον εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων αυτών. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός κατά τον χρόνο της εξόδου των σχετικών προϊόντων από φορολογική αποθήκη.

Η Ελληνική Δημοκρατία θεωρεί ότι υφίστανται ανακολουθίες στην αιτιολογημένη γνώμη και στο δικόγραφο της προσφυγής. Ενώ στην αιτιολογημένη γνώμη αναφερόταν ότι η γένεση της φορολογικής οφειλής επέρχεται κατά τον χρόνο της πραγματικής άρσης του καθεστώτος αναστολής, στο δικόγραφο της προσφυγής η πραγματική ανάλωση δεν έχει πλέον καθοριστική σημασία. Το ίδιο το δικόγραφο μαρτυρεί την ανακολουθία αυτή, στον βαθμό που η Επιτροπή κάνει λόγο τόσο για «θέση σε ανάλωση» όσο και για «πραγματική ανάλωση».

Επί της ουσίας, η Ελληνική Δημοκρατία ισχυρίζεται ότι η πώληση πετρελαιοειδών προϊόντων από την ΚΑΕ εντός των πρατηρίων στους μεθοριακούς σταθμούς των Κήπων Έβρου, της Κακαβιάς και των Ευζώνων δεν συνεπάγεται ότι καθίσταται απαιτητός ο ειδικός φόρος κατανάλωσης, εφόσον τα καύσιμα, άπαξ και εξέλθουν από το καθεστώς αναστολής, τίθενται αμέσως υπό «τελωνειακό καθεστώς εξαγωγής» μέσω μιας «απλουστευμένης διαδικασίας». Ως εκ τούτου, δεν παραβιάζονται ούτε οι κανόνες της οδηγίας 2008/118 ούτε το επίπεδο εναρμόνισης το οποίο αυτή προβλέπει.

 

 

Η Ελληνική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι η πώληση πετρελαιοειδών προϊόντων από την ΚΑΕ εντός των πρατηρίων στους μεθοριακούς σταθμούς των Κήπων Έβρου, της Κακαβιάς και των Ευζώνων δεν συνεπάγεται ότι καθίσταται απαιτητός ο ειδικός φόρος κατανάλωσης, αφού τα καύσιμα, άπαξ και εξέλθουν από το καθεστώς αναστολής, τίθενται αμέσως υπό «τελωνειακό καθεστώς εξαγωγής».

Υπενθυμίζεται ότι, όπως ορίζει το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/118, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης καθίσταται απαιτητός κατά τον χρόνο της θέσης σε ανάλωση και στο κράτος μέλος όπου αυτή λαμβάνει χώρα. Κατά την παράγραφο 2, στοιχείο αʹ, του ίδιου άρθρου, ως «θέση σε ανάλωση» νοείται η έξοδος υποκείμενων σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντων από καθεστώς αναστολής, συμπεριλαμβανομένης της παράτυπης εξόδου.

Βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 1, στοιχείο αʹ, σημείο i, της οδηγίας 2008/118, τα υποκείμενα σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντα μπορούν να διακινούνται υπό καθεστώς αναστολής εντός του εδάφους της Ένωσης, μεταξύ άλλων, από φορολογική αποθήκη ευρισκόμενη σε κράτος μέλος προς άλλη φορολογική αποθήκη ευρισκόμενη σε άλλο κράτος μέλος. Χαρακτηριστικό ενός τέτοιου καθεστώτος αναστολής είναι ότι ο ειδικός φόρος κατανάλωσης στον οποίο υπόκεινται τα υπαγόμενα στο εν λόγω καθεστώς προϊόντα δεν έχει καταστεί ακόμη απαιτητός, μολονότι έχει ήδη επέλθει το γεγονός που αποτελεί τη γενεσιουργό αιτία της επιβολής του φόρου. Επομένως, στο πλαίσιο του καθεστώτος αυτού, ο ειδικός φόρος κατανάλωσης επί των οικείων προϊόντων καθίσταται απαιτητός ευθύς μόλις πληρωθεί κάποια προϋπόθεση του απαιτητού (απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, BP Europa, C‑64/15, EU:C:2016:62, σκέψη 22).

Για τέτοια προϊόντα που υπάγονται σε καθεστώς αναστολής, η έξοδος από το καθεστώς αυτό, συμπεριλαμβανομένης της παράτυπης εξόδου, θεωρείται «θέση σε ανάλωση», δυνάμει του άρθρου 7, παράγραφος 2, στοιχείο αʹ, της οδηγίας 2008/118 (απόφαση της 28ης Ιανουαρίου 2016, BP Europa, C‑64/15, EU:C:2016:62, σκέψη 23).

Επιπλέον, το Δικαστήριο έχει ήδη αποφανθεί ότι η «θέση σε ανάλωση» κατά την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας 2008/118 λαμβάνει χώρα τη στιγμή της υλικής μετακίνησης του υποκείμενου σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόντος εκτός του καθεστώτος αναστολής (βλ., συναφώς, απόφαση της 2ας Ιουνίου 2016, Polihim-SS, C‑355/14, EU:C:2016:403, σκέψεις 53 και 55).

Όπως επισημαίνει η Επιτροπή, από την αιτιολογική σκέψη 8 της οδηγίας 2008/118 προκύπτει ότι είναι απαραίτητο, για την ορθή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, η έννοια του απαιτητού των ειδικών φόρων κατανάλωσης και οι σχετικές προϋποθέσεις να είναι ίδιες σε όλα τα κράτη μέλη, καθώς και ότι, ως εκ τούτου, η οδηγία ορίζει, σε επίπεδο Ένωσης, σε ποιο χρονικό σημείο τίθενται σε ανάλωση τα προϊόντα που υπόκεινται σε ειδικό φόρο κατανάλωσης.

Επομένως, οι έννοιες «έξοδος» και «θέση σε ανάλωση» οι οποίες καθορίζουν το χρονικό σημείο όπου καθίσταται απαιτητός ο ειδικός φόρος κατανάλωσης πρέπει να ερμηνεύονται ομοιόμορφα σε όλα τα κράτη μέλη.

Κατ’ αρχάς, από την όλη οικονομία της οδηγίας 2008/118 και από τις διατάξεις της οι οποίες αφορούν τον ορισμό και τη λειτουργία των φορολογικών αποθηκών και του καθεστώτος αναστολής, όπως είναι το άρθρο 4, σημεία 7 και 11, το άρθρο 15, παράγραφος 2, και τα άρθρα 16 και 17 της οδηγίας αυτής, συνάγεται ότι οποιοδήποτε υποκείμενο σε ειδικό φόρο κατανάλωσης προϊόν που βρίσκεται εκτός καθεστώτος αναστολής έχει κατ’ ανάγκην, σε δεδομένη στιγμή και με κάποιον τρόπο, τεθεί σε ανάλωση κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, της ίδιας οδηγίας (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 5ης Απριλίου 2001, Van de Water, C‑325/99, EU:C:2001:201, σκέψη 34).

Κατά συνέπεια, εφόσον ο εφοδιασμός των δεξαμενών καυσίμου οχημάτων όπως τα επίμαχα εν προκειμένω πρέπει να χαρακτηριστεί ως «έξοδος» και, κατ’ επέκταση, ως «θέση σε ανάλωση» κατά την έννοια του άρθρου 7 της οδηγίας 2008/118, το γεγονός ότι, είτε σε μεταγενέστερο χρόνο είτε ακόμη και ταυτόχρονα, τα καύσιμα αυτά τίθενται υπό «τελωνειακό καθεστώς εξαγωγής» ουδεμία σημασία έχει για το απαιτητό του ειδικού φόρου κατανάλωσης (βλ., κατ’ αναλογίαν, απόφαση της 29ης Απριλίου 2010, Dansk Transport og Logistik, C‑230/08, EU:C:2010:231, σκέψεις 80 και 81).
.......

Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο (έκτο τμήμα) αποφασίζει:

1)      Η Ελληνική Δημοκρατία, θεσπίζοντας και διατηρώντας σε ισχύ νομοθεσία που επιτρέπει την πώληση αφορολόγητων πετρελαιοειδών προϊόντων από τα πρατήρια της «Καταστήματα Αφορολόγητων Ειδών AE» τα οποία βρίσκονται στους μεθοριακούς σταθμούς Κήπων Έβρου (Ελλάδα), Κακαβιάς (Ελλάδα) και Ευζώνων (Ελλάδα), ήτοι σε περιοχές που συνορεύουν με τρίτες χώρες –συγκεκριμένα, με τη Δημοκρατία της Τουρκίας, τη Δημοκρατία της Αλβανίας και την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, αντιστοίχως–, παρέβη τις υποχρεώσεις τις οποίες υπέχει από το άρθρο 7, παράγραφος 1, της οδηγίας 2008/118/ΕΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με το γενικό καθεστώς των ειδικών φόρων κατανάλωσης και για την κατάργηση της οδηγίας 92/12/ΕΟΚ.

2)      Καταδικάζει την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.

ΠΗΓΗ:taxheaven

Δείτε όλη την απόφαση στο φορολογικό αρχείο του κόμβου

Σχετικές δημοσιεύσεις