Ρύθμιση οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, τη Φορολογική Διοίκηση και τους Ο.Τ.Α. α’ βαθμού, Συνταξιοδοτικές Ρυθμίσεις Δη­μοσίου και λοιπές ασφαλιστικές και συνταξιοδο­τικές διατάξεις, ενίσχυση της προστασίας των ερ­γαζομένων και άλλες διατάξεις.

ΝΟΜΟΣ ΥΠ' ΑΡΙΘΜ. 4611

Ρύθμιση οφειλών προς τους Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, τη Φορολογική Διοίκηση και τους Ο.Τ.Α. α' βαθμού, Συνταξιοδοτικές Ρυθμίσεις Δη­μοσίου και λοιπές ασφαλιστικές και συνταξιοδο­τικές διατάξεις, ενίσχυση της προστασίας των ερ­γαζομένων και άλλες διατάξεις.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ

ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Εκδίδομε τον ακόλουθο νόμο που ψήφισε η Βουλή: ΜΕΡΟΣ Α'

ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ ΥΠΟΥΡΓΕΙΟΥ ΕΡΓΑΣΙΑΣ,

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗΣ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α'

ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ ΠΡΟΣ ΦΟΡΕΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ

Άρθρο 1

Πεδίο εφαρμογής

  1. Το σύνολο των οφειλών προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, που δημιουργήθηκαν έως και 31.12.2018, υπάγονται σε ρύθμιση, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου.
  2. Στη ρύθμιση του παρόντος υπάγονται νομικά και φυσικά πρόσωπα, ανεξάρτητα από την ύπαρξη εμπορι­κής ιδιότητας, τη διακοπή της επιχειρηματικής δραστη­ριότητας ή/και τη διακοπή ή αλλαγή της ιδιότητας, λόγω της οποίας δημιουργήθηκε η οφειλή.
  3. Στη ρύθμιση του παρόντος δύναται να υπαχθούν και οφειλές προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, για τις οποίες έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία υπαγωγής στη ρύθμιση του ν. 4469/2017 (Α' 62). Οι οφειλές του προηγούμενου εδαφίου υπάγονται αυτοτελώς χωρίς να επηρεάζονται οι όροι της ρύθμισης ως προς τους λοι­πούς πιστωτές του ν. 4469/2017. Αν εκκρεμεί διαδικασία υπαγωγής οφειλών προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης στη ρύθμιση του ν. 4469/2017, η υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος είναι δυνατή με τροποποίηση μόνο των σχετικών στοιχείων της οφειλής προς τους Φορείς Κοι­νωνικής Ασφάλισης στην αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση του ν. 4469/2017.
  4. Στη ρύθμιση του παρόντος δεν υπάγονται οφειλές προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης, για τις οποίες έχει ολοκληρωθεί η διαδικασία υπαγωγής στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 (Α' 130). Αν εκκρεμεί διαδικασία υπαγω­γής οφειλών προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, η υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος είναι δυνατή μόνον αν ο οφειλέτης παραιτηθεί από την εν λόγω διαδικασία για τις οφειλές προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος.

Άρθρο 2

Οφειλές μη μισθωτών

  1. Το σύνολο των οφειλών των μη μισθωτών ασφα­λισμένων, που δημιουργήθηκαν έως και 31.12.2018, με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις, πρόσθετα τέλη και τόκους λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής, δύναται να υπαχθεί στη ρύθμιση του παρόντος. Κύρια οφειλή που δημιουργήθηκε από 1.1.2002 έως και 31.12.2016, επανυπολογίζεται, ανάλογα προς τον κλάδο ασφάλισης στον οποίο αφορά, σύμφωνα με ποσοστά υπολογισμού των ασφαλιστικών εισφορών του τέταρτου εδαφίου της περίπτωσης β' της παραγράφου 2 του άρθρου 35, του πρώτου εδαφίου της παραγράφου. 1 του άρθρου 39, της παραγράφου 2 του άρθρου 41 και της περίπτωσης α' της παραγράφου 2 του άρθρου 97 του ν. 4387/2016 (Α' 85). Ως βάση υπολογισμού ορίζεται το ποσό που αντι­στοιχεί στον κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών, όπως ίσχυε κατά την 31.12.2018. Οι πάσης φύσεως προσαυξήσεις, πρόσθετα τέλη και τό­κοι λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής κύριας οφειλής που δημιουργήθηκε από 1.1.2002 έως και 31.12.2016, επανυπολογίζονται επί του ποσού της κύριας οφειλής που προκύπτει σύμφωνα με τα προηγούμενα εδάφια. Ο επανυπολογισμός των προηγούμενων εδαφίων λαμ­βάνει χώρα κατόπιν επιλογής του οφειλέτη.
  2. Στους οφειλέτες που υπάγονται στη ρύθμιση, παρέ­χεται έκπτωση ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) επί των πάσης φύσεων προσαυξήσεων, προσθέτων τελών και τόκων λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής, όπως υπολο­γίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 1 έως την ημερο­μηνία υπαγωγής στη ρύθμιση.
  3. Η συνολική οφειλή που προκύπτει, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, καταβάλλεται σε μηνιαίες δόσεις που δεν μπορούν να ξεπερνούν τις εκατόν είκοσι (120).
  4. Το ελάχιστο ποσό της οριζόμενης μηνιαίας δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από πενήντα (50) ευρώ.

Άρθρο 3

Οφειλές προς Ο.Γ.Α.

  1. Το σύνολο των οφειλών των ασφαλισμένων προς Ο.Γ.Α., που δημιουργήθηκαν έως και 31.12.2018, με τις πάσης φύσεως προσαυξήσεις, πρόσθετα τέλη και τόκους λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής, δύναται να υπαχθεί στη ρύθμιση του παρόντος.
  2. Στους οφειλέτες που υπάγονται στη ρύθμιση παρέ­χεται έκπτωση εκατό τοις εκατό (100%) επί των πάσης φύσεως προσαυξήσεων, προσθέτων τελών και τόκων λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής, όπως έχουν διαμορ­φωθεί έως την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση.
  3. Η συνολική οφειλή που προκύπτει, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, καταβάλλεται σε μηνιαίες δόσεις που δεν μπορούν να ξεπερνούν τις εκατόν είκοσι (120).
  4. Το ελάχιστο ποσό της οριζόμενης μηνιαίας δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από τριάντα (30) ευρώ.

Άρθρο 4

Οφειλές εργοδοτών

  1. Το σύνολο των οφειλών των εργοδοτών από την απασχόληση εργαζομένων, που δημιουργήθηκαν έως και 31.12.2018, συμπεριλαμβανομένων των πάσης φύ­σεως προσαυξήσεων, πρόσθετων τελών και τόκων λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής, δύναται να υπαχθεί στη ρύθμιση του παρόντος.
  2. Στους οφειλέτες που υπάγονται στη ρύθμιση πα­ρέχεται έκπτωση επί των πάσης φύσεως προσαυξήσε­ων και τόκων λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής, όπως έχουν διαμορφωθεί έως την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση, ως εξής:

α) Σε περίπτωση εφάπαξ καταβολής της κύριας οφει­λής, έκπτωση εκατό τοις εκατό (100%).

β) Σε περίπτωση τμηματικής καταβολής της κύριας οφειλής, έκπτωση πενήντα τοις εκατό (50%).

  1. Η συνολική οφειλή που προκύπτει, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, καταβάλλεται σε μηνιαίες δόσεις που δεν μπορούν να ξεπερνούν τις εκατόν είκοσι (120).
  2. Το ελάχιστο ποσό της οριζόμενης μηνιαίας δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από πενήντα (50) ευρώ.

Άρθρο 5

Οφειλές από αχρεωστήτως

καταβληθείσες παροχές

  1. Οφειλές από κάθε είδους παροχές που καταβλή­θηκαν αχρεωστήτως σε ασφαλισμένο ή συνταξιούχο έως και 12.2018 δύναται να υπαχθούν στη ρύθμιση του παρόντος, εφόσον δεν έχει εκδοθεί καταδικαστική απόφαση ποινικού δικαστηρίου σε βάρος του οφειλέτη λόγω των οφειλών αυτών.
  2. Στους οφειλέτες που υπάγονται στη ρύθμιση παρέ­χεται έκπτωση ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%) επί των πάσης φύσεως προσαυξήσεων, πρόσθετων τελών και τόκων λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής, όπως έχουν δι­αμορφωθεί έως την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση.
  3. Η συνολική οφειλή που προκύπτει, σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2, καταβάλλεται σε μηνιαίες δόσεις που δεν μπορούν να ξεπερνούν τις εκατόν είκοσι (120).
  4. Το ελάχιστο ποσό της οριζόμενης μηνιαίας δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερο από πενήντα (50) ευρώ.
  5. Ειδικά για συνταξιούχους που έχουν ήδη υπαχθεί σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής των οφειλών της παρα­γράφου 1 με παρακράτηση των προβλεπόμενων δόσεων από το ποσό της σύνταξης, η υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος συνεπάγεται την έναρξη της παρακράτησης των δόσεων για την εξόφληση της εναπομένουσας οφειλής από το ποσό της σύνταξης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, από τον επόμενο μήνα από την υπαγωγή στη ρύθμιση. Από την έναρξη της παρακράτησης του προηγού­μενου εδαφίου, η προγενέστερη ρύθμιση παύει να ισχύει.

Άρθρο 6

Οφειλές από περισσότερες αιτίες

Σε περίπτωση οφειλών από περισσότερες αιτίες, κατά τις διακρίσεις των άρθρων 2 έως 5, οι οφειλές από κάθε αιτία ρυθμίζονται αυτοτελώς και ο οφειλέτης καταβάλλει αθροιστικά τις προκύπτουσες δόσεις κάθε ρύθμισης.

Άρθρο 7

Μετάπτωση από υφιστάμενη ρύθμιση

Με την επιφύλαξη των παραγράφων 3 και 4 του άρ­θρου 1, η υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος συνεπά­γεται τη μετάπτωση του υπολειπόμενου ποσού οφειλής που έχει ήδη υπαχθεί σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής, η οποία είναι σε ισχύ, στη ρύθμιση του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή, επέρχεται απώλεια των διευκολύνσεων της προηγούμενης ρύθμισης. Ειδικά για συνταξιούχους που έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση τμηματικής καταβολής οφειλών με παρακράτηση των προβλεπόμενων δόσεων από το ποσό της σύνταξης, το υπολειπόμενο ποσό οφει­λής παρακρατείται σε μέχρι εκατόν είκοσι (120) δόσεις, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη αίτηση του συνταξι­ούχου. Το ελάχιστο ποσό της οριζόμενης μηνιαίας δόσης δεν μπορεί να είναι μικρότερη από πενήντα (50) ευρώ.

Άρθρο 8

Αμφισβητούμενες οφειλές και οφειλές

που τελούν σε αναστολή είσπραξης

  1. Στη ρύθμιση του παρόντος δύναται να υπαχθούν, με επιλογή του οφειλέτη, και οφειλές που έχουν δημι­ουργηθεί έως και 31.12.2018 και οι οποίες, κατά την ημε­ρομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση, τελούν σε αναστολή είσπραξης, δικαστική ή διοικητική ή εκ του νόμου, ή αμφισβητούνται με την άσκηση προσφυγής ή ένδικου βοηθήματος ή μέσου.
  2. Με την επιφύλαξη της περίπτωσης γ' της παραγρά­φου 1 του άρθρου 17, η άρση της αναστολής είσπραξης ή της αμφισβήτησης των οφειλών που δεν συμπεριλή­φθηκαν στη ρύθμιση δεν συνεπάγεται την έκπτωση του οφειλέτη από τη ρύθμιση του παρόντος.
  3. Μετά την υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος, δίχως να περιλαμβάνονται σε αυτή οι οφειλές της πα­ραγράφου 1, η μεταγενέστερη υπαγωγή των οφειλών αυτών δεν είναι δυνατή, ακόμη και μετά την άρση της αναστολής ή της αμφισβήτησης.

Άρθρο 9

Δικαίωμα συνταξιοδότησης

  1. Αν η οφειλή που υπάγεται σε ρύθμιση, όπως αυτή προκύπτει μετά τον υπολογισμό της σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 έως 6, είναι κάτω από το όριο που ορίζεται από τις διατάξεις της παραγράφου 2 και της περίπτωσης α' της παραγράφου 4 του άρθρου 61 του ν. 3863/2010 (Α' 115) και του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου 68 του ν. 4144/2013 (Α' 88), ο οφειλέτης δικαιούται απονομής σύνταξης, εφόσον πληρούνται και οι λοιπές συνταξιοδοτικές προϋποθέ­σεις. Ειδικά για την εφαρμογή του παρόντος, το όριο που ορίζεται στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 2 του άρθρου 68 του ν. 4144/2013 διαμορφώνεται στο ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για τους ασφαλισμένους του πρώην Ο.Γ.Α. που συμπληρώνουν το 67ο έτος της ηλικίας τους μέχρι την 31.12.2019.
  2. Οι οφειλές της παραγράφου 1 καταβάλλονται σε μηνιαίες δόσεις, κατά τα οριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 2 έως 6, που δεν μπορούν να ξεπερνούν τις εκατόν είκοσι (120).
  3. Η υποχρέωση καταβολής καθορίζεται ως εξής:

α) Έως την υποβολή αίτησης συνταξιοδότησης, ο οφει­λέτης καταβάλλει τις δόσεις της ρύθμισης, σύμφωνα με την παράγραφο 6 του άρθρου 11.

β) Από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης έως την έναρξη καταβολής της σύνταξης, αναστέλλεται η υποχρέωση καταβολής των δόσεων της ρύθμισης. Οι δόσεις που αντιστοιχούν στο διάστημα του προηγούμε­νου εδαφίου παρακρατούνται αθροιστικά από το ποσό της σύνταξης που καταβάλλεται αναδρομικά για το δι­άστημα αυτό. Οι επόμενες δόσεις παρακρατούνται από το ποσό της σύνταξης κάθε επόμενου μήνα από αυτόν της έναρξης καταβολής της σύνταξης. Ειδικά κατά την περίοδο χορήγησης προσωρινής σύνταξης, από τη σύ­νταξη παρακρατούνται τα ποσά που αντιστοιχούν στο ελάχιστο ποσό δόσης. Η διαφορά μεταξύ του ποσού της οφειλόμενης δόσης και του ήδη παρακρατηθέντος ελάχιστου ποσού δόσης, σύμφωνα με το προηγούμε­νο εδάφιο, παρακρατείται αθροιστικά από το ποσό της οριστικής σύνταξης που καταβάλλεται αναδρομικά για το διάστημα αυτό.

γ) Αν η αίτηση συνταξιοδότησης απορριφθεί, ο οφει­λέτης υποχρεούται να αποπληρώσει, εντός τριών (3) μηνών από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης, το σύνολο των δόσεων που αντιστοιχούν στο διάστημα από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης έως την επίδοση της απορριπτικής απόφασης.

  1. Αν η συνταξιοδότηση διακοπεί λόγω λήξης του δι­καιώματος, ο οφειλέτης εξακολουθεί να υπάγεται στη ρύθμιση.
  2. Αν έχουν καταβληθεί εφάπαξ ποσά για την εξόφλη­ση ασφαλιστικών οφειλών με σκοπό τη συνταξιοδότηση και τα ποσά αυτά δεν επαρκούν για τον σκοπό αυτό, η οφειλή δύναται να υπαχθεί στη ρύθμιση του παρόντος, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, ως εξής:

α) Η αρχική οφειλή, δίχως τον συνυπολογισμό των κα­ταβολών, υπολογίζεται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 έως 6.

β) Από το ποσό της οφειλής, όπως προκύπτει σύμφωνα με την περίπτωση α', αφαιρούνται τα εφάπαξ ποσά που έχουν καταβληθεί.

γ) Το ποσό της οφειλής, όπως προκύπτει σύμφωνα με τις περιπτώσεις α' και β', εντάσσεται στη ρύθμιση του παρόντος.

Αν το ποσό της οφειλής, που προκύπτει μετά τον επα- νυπολογισμό, είναι μικρότερο από αυτό που έχει κατα­βληθεί, το υπερβάλλον δεν αναζητείται.

Άρθρο 10

Λοιπά στοιχεία της ρύθμισης

  1. Η βασική οφειλή που υπάγεται στη ρύθμιση του παρόντος, όπως αυτή προκύπτει μετά τον υπολογισμό σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 έως 6, κεφαλαιο­ποιείται κατά την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση και αντί τόκων, πρόσθετων τελών και προσαυξήσεων λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής, κατά την κείμενη νομοθε­σία, επιβαρύνεται, από τον επόμενο μήνα από αυτόν της υπαγωγής στη ρύθμιση, με τόκο που υπολογίζεται με βάση το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο αναφοράς για πράξεις αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τρά­πεζας πλέον πέντε (5) εκατοστιαίων μονάδων, ετησίως υπολογιζόμενο.
  2. Αν μετά από έλεγχο προκύψει οφειλή αναγόμενη σε χρονική περίοδο της ρύθμισης, είναι δυνατή είτε η εφάπαξ εξόφλησή της είτε η ένταξή της στη ρύθμιση με ανακαθορισμό των ποσών της ρύθμισης.
  3. Ο οφειλέτης δύναται να επιλέξει, σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης, την εφάπαξ εξόφληση του υπόλοι­που αριθμού των δόσεων των ρυθμισμένων οφειλών ή τη μετάπτωση σε μικρότερο αριθμό δόσεων.

Άρθρο 11

Υποβολή αίτησης - Τηρητέα διαδικασία

  • Το δικαίωμα υποβολής αίτησης για την υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος παρέχεται άπαξ ανά οφειλέτη.
  1. Η αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση του πα­ρόντος υποβάλλεται μέσω ηλεκτρονικής πλατφόρμας, σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4. Κατ' εξαίρεση, όπου υπάρχει αδυναμία πιστοποίησης στην ηλεκτρο­νική πλατφόρμα, η αίτηση υποβάλλεται στις αρμόδιες υπηρεσίες του ΚΕΑΟ.
  2. Για τους οφειλέτες των άρθρων 2 και 3, η διαδικασία υπαγωγής στη ρύθμιση περιλαμβάνει δύο στάδια. Στο πρώτο στάδιο ζητείται ο προσδιορισμός της οφειλής μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του ΕΦΚΑ. Στους οφειλέτες του άρθρου 2 που επιλέγουν επανυπολογι- σμό της οφειλής παρέχεται ενημέρωση για το ύψος της οφειλής, όπως διαμορφώνεται πριν και μετά τον επανυ- πολογισμό. Μετά την ολοκλήρωση του πρώτου σταδίου και τη διαβίβαση της προσδιοριζόμενης, κατά τα προη­γούμενα εδάφια, οφειλής στο ΚΕΑΟ, υποβάλλεται αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του ΚΕΑΟ.
  3. Για τους οφειλέτες των άρθρων 4 και 5, υποβάλλεται απευθείας αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση μέσω της ηλεκτρονικής πλατφόρμας του ΚΕΑΟ.
  4. Αρμόδια όργανα για την έκδοση της απόφασης υπαγωγής στη ρύθμιση είναι οι προϊστάμενοι των περι­φερειακών υπηρεσιών του ΚΕΑΟ.
  5. Με την επιφύλαξη των περιπτώσεων β' και γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 9, η πρώτη δόση της ρύθμι­σης καταβάλλεται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του μήνα υπαγωγής στη ρύθμιση. Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα κάθε επόμενου μήνα από τον μήνα υπαγωγής στη ρύθμιση. Με την απόφαση υπαγωγής στη ρύθμιση καθορίζεται το ποσό κάθε δόσης, ο αριθμός των δόσεων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια.

Άρθρο 12 Δικαιολογητικά

Για την παράγραφο 4 του άρθρου 1 προσκομίζεται στις περιφερειακές υπηρεσίες του ΚΕΑΟ δήλωση παραίτησης από τη διαδικασία υπαγωγής των οφειλών προς Φορείς Κοινωνικής Ασφάλισης στη ρύθμιση του ν. 3869/2010, σύμφωνα με το άρθρο 294 Κ.Πολ.Δ..

Άρθρο 13

Καταληκτική ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση

Η αίτηση για την υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος υποβάλλεται έως 30.9.2019.

Άρθρο 14

Χορήγηση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας

  • Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης, εφόσον τηρούνται οι όροι αυτής και οι λοιποί όροι σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, δύναται να χορηγείται στον οφειλέτη απο­δεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας διμηνιαίας ισχύος.
  • Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης, εφόσον τηρούνται οι όροι αυτής και οι λοιποί όροι σύμφωνα με τις δια­τάξεις του παρόντος, χορηγείται στις επιχειρήσεις της περίπτωσης ε' της παραγράφου 5 του άρθρου 8 του α.ν. 1846/1951 (Α' 179) αποδεικτικό ασφαλιστικής ενη­μερότητας για την είσπραξη λογαριασμών δημοσίου έργου, εφόσον για το έργο για το οποίο χορηγείται το αποδεικτικό δεν υφίστανται τρέχουσες ή ληξιπρόθεσμες οφειλές. Σε περίπτωση ύπαρξης οφειλής, χορηγείται αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας με παρακρά­τηση ποσού ίσου με την οφειλή.

Άρθρο 15

Αναστολή ποινικών διώξεων και μέτρων εκτέλεσης

Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης, εφόσον τηρούνται οι όροι αυτής και οι λοιποί όροι σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος:

α) Αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του οφειλέτη. Ειδικά για κατασχέσεις στα χέρια τρίτων που έχουν επιβληθεί έως την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση, εφαρμό­ζονται οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 60 του ν. 3863/2010 (Α' 115).

β) Αναστέλλεται η ποινική δίωξη σε βάρος του οφει­λέτη κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του α.ν. 86/1967 (Α' 136), αναστέλλεται η εκτέλεση ποινής που έχει επι­βληθεί ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, αυτή διακό­πτεται.

Άρθρο 16

Αναστολή παραγραφής οφειλών

Η παραγραφή των οφειλών, για τις οποίες έχει υπο­βληθεί αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση του παρόντος, αναστέλλεται από την ημερομηνία υποβολής της αίτη­σης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που αφορά η ρύθμιση και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα (1) έτος από τη λήξη της προθεσμίας καταβολής της τε­λευταίας δόσης της ρύθμισης ή από την έκπτωση από τη ρύθμιση.

Άρθρο 17

Απώλεια της ρύθμισης

  1. Η ρύθμιση του παρόντος απόλλυται, εάν:

α) Δεν καταβληθεί ποσό δόσεων που αντιστοιχεί σε δύο (2) δόσεις της ρύθμισης.

β) Δεν καταβληθούν βεβαιωμένες οφειλές που δημι­ουργήθηκαν μετά την 1.1.2019. Ειδικά επί μη μισθωτών ασφαλισμένων, ως βεβαιωμένες οφειλές νοούνται αυτές που προκύπτουν μετά το πέρας της ετήσιας εκκαθάρι­σης, σύμφωνα με τις 61501/3398/30.12.2016 (Β' 4330) και 61502/3399/30.12.2016 (Β' 4330) υπουργικές απο­φάσεις, και βεβαιώνονται στο ΚΕΑΟ.

γ) Δεν καταβληθούν εντός τριών (3) μηνών από την άρση της αναστολής ή της αμφισβήτησης, οι οφειλές που κατά την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση τελού­σαν σε αναστολή είσπραξης, δικαστική ή διοικητική ή εκ του νόμου, ή αμφισβητούνταν με την άσκηση προσφυ­γής ή ένδικου βοηθήματος ή μέσου και δεν υπήχθησαν στη ρύθμιση του παρόντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8.

δ) Δεν καταβληθεί το σύνολο των δόσεων που αντι­στοιχούν στο διάστημα από την υποβολή της αίτησης συνταξιοδότησης έως την επίδοση της απορριπτικής απόφασης, κατά τα οριζόμενα στην περίπτωση γ' της παραγράφου 3 του άρθρου 9.

  1. Η ρύθμιση δεν απόλλυται, εάν οι οφειλές που δη­μιουργήθηκαν μετά την 1.1.2019 τελούν σε αναστολή είσπραξης, διοικητική, δικαστική ή εκ του νόμου, ή έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση, οι όροι της οποίας τηρούνται.
  2. Αν ο οφειλέτης αποβιώσει πριν την ολοκλήρωση της ρύθμισης, η ρύθμιση συνεχίζεται από τους κληρονό­μους του. Κατά τη διάρκεια της προθεσμίας αποποίησης και για τρεις (3) μήνες μετά τη λήξη της δεν επέρχεται έκπτωση του κληρονόμου. Σε περίπτωση προσώπων που έλκουν συνταξιοδοτικό δικαίωμα λόγω θανάτου του οφειλέτη, οι δόσεις της ρύθμισης παρακρατούνται από το ποσό της σύνταξης που τους μεταβιβάζεται, σύμφωνα με τους όρους της ρύθμισης.
  3. Η απώλεια της ρύθμισης επιφέρει τις ακόλουθες συνέπειες:

α) Την απώλεια των ευεργετημάτων της ρύθμισης.

β) Την αναβίωση της οφειλής και των πάσης φύσεως προσαυξήσεων, πρόσθετων τελών και τόκων λόγω μη εμπρόθεσμης καταβολής στην κατάσταση που είχαν κατά την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση, πριν τον τυχόν επανυπολογισμό τους, και την κατάστασή τους ως ληξιπρόθεσμων και απαιτητών. Για τον υπολογισμό του οφειλόμενου ποσού, το ποσό που έχει καταβληθεί κατά τη διάρκεια της ρύθμισης του παρόντος έως την απώλειά της αφαιρείται από το ποσό της οφειλής που αναβιώνει, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο.

γ) Την άρση της αναστολής των μέτρων εκτέλεσης και των ποινικών διώξεων του άρθρου 15.

δ) Την επιδίωξη της είσπραξης της οφειλής με όλα τα προβλεπόμενα από την κείμενη νομοθεσία μέσα.

Άρθρο 18

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης δύναται να επανακαθορίζονται η διαδικασία και τα αρμόδια όργανα του άρθρου 11 και τα δικαιολογητικά του άρθρου 12, να παρατείνεται η προθεσμία του άρθρου 13 και να καθο­ρίζονται τυχόν ειδικότερα θέματα και λεπτομέρειες για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β'

ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ

Άρθρο 19

Σύνταξη λόγω θανάτου

  1. Οι ηλικιακοί περιορισμοί του πρώτου, δεύτερου και τρίτου εδαφίου της υποπαραγράφου Α' της παραγρά­φου 1 του άρθρου 12 του ν. 4387/2016 (Α' 85) καταρ­γούνται. Οι συντάξεις λόγω θανάτου συνταξιούχου ή ασφαλισμένου καταβάλλονται στους επιζώντες συζύ­γους ανεξάρτητα από την ηλικία τους, ακόμα και μετά την παρέλευση τριετίας.
  2. Η περίπτωση α' της υποπαραγράφου Β' της παρα­γράφου 1 του άρθρου 12 του ν. 4387/2016 αντικαθίστα­ται ως εξής:

«α) Είναι άγαμα και δεν έχουν συμπληρώσει το 24ο έτος της ηλικίας τους».

  1. Στην παράγραφο 2 του άρθρου 12 του ν. 4387/2016 οι λέξεις «πέντε (5) ετών» αντικαθίστανται από τις λέξεις «τριών (3) ετών».
  2. Στην περίπτωση α' της υποπαραγράφου Α' της πα­ραγράφου 4 του άρθρου 12 του ν. 4387/2016 οι λέξεις «ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%)» αντικαθίστανται από τις λέξεις «ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%)».
  3. Η περίπτωση β' της παραγράφου 5 του άρθρου 12 του ν. 4387/2016 αντικαθίσταται ως εξής:

«β) Μετά την πάροδο της τριετίας, αν ο επιζών εργάζε­ται ή αυτοαπασχολείται ή λαμβάνει σύνταξη από οποια­δήποτε πηγή, καταβάλλεται, αναλόγως της χρονικής δι­άρκειας της εργασίας ή αυτοαπασχόλησης, το πενήντα τοις εκατό (50%) της σύνταξης, η οποία δεν μπορεί να υπολείπεται των κατώτατων ορίων των περιπτώσεων α', β' και γ' της υποπαραγράφου Β' της παραγράφου 4.».

  1. Στην παράγραφο 7 του άρθρου 12 του ν. 4387/2016 προστίθενται εδάφια ως εξής:

«Ειδικότερα, αν το ποσό της σύνταξης, όπως προκύ­πτει από τον υπολογισμό του σύμφωνα με το άρθρο 14, είναι μεγαλύτερο του καταβαλλόμενου κατά την 12.5.2016 ποσού σύνταξης, τα ποσοστά της υποπαρα­γράφου Α' της παραγράφου 4 υπολογίζονται επί του μεγαλύτερου ως άνω ποσού. Αν το ποσό της σύνταξης, όπως προκύπτει από τον υπολογισμό του σύμφωνα με το άρθρο 14, είναι μικρότερο του καταβαλλόμενου κατά την 12.5.2016 ποσού, τα ποσοστά της υποπαραγράφου Α' της παραγράφου 4 υπολογίζονται επί του καταβαλ­λόμενου ως άνω ποσού.».

  1. Οι διατάξεις του παρόντος εφαρμόζονται, από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, και σε όσες αποφά­σεις συνταξιοδότησης έχουν ήδη εκδοθεί κατ' εφαρμογή του ν. 4387/2016.

Άρθρο 20

Αναγνώριση ως πλασματικού χρόνου ασφάλισης του χρόνου για την απόκτηση διδακτορικού τίτλου

Ο χρόνος πραγματοποίησης των διδακτορικών σπου­δών των μελών Διδακτικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (ΔΕΠ) των Πανεπιστημίων, των ΤΕΙ και της Ανώτατης Σχο­λής Παιδαγωγικής και Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΑΣΠΑΙ- ΤΕ), των Ανώτατων Στρατιωτικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμά­των (ΑΣΕΙ), του Ειδικού Εκπαιδευτικού Προσωπικού (ΕΕΠ) και των ερευνητών και Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων (ΕΛΕ) των ερευνητικών κέντρων, ινστιτούτων και τεχνολο­γικών φορέων του άρθρου 13Α του ν. 4310/2014 (Α' 258) και των ερευνητικών κέντρων της Ακαδημίας Αθηνών και του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ) και μέχρι πέντε (5) έτη, αναγνωρίζεται ως πλασμα­τικός χρόνος ασφάλισης με αίτηση του ενδιαφερομένου και εξαγοράζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 15 και 34 του ν. 4387/2016, εφόσον ο διδακτορικός τίτ­λος αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση διορισμού τους. Ο χρόνος του προηγούμενου εδαφίου δεν συνυπολογίζεται στο ανώτατο όριο της παραγράφου 4 του άρθρου 17 του ν. 3865/2010 (Α' 120) και της παραγράφου 6 του άρθρου 40 του ν. 2084/1992 (Α' 165) και αναγνωρίζεται τόσο για τη θεμελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος όσο και για την προσαύξηση του ποσού της σύνταξης. Σε περί­πτωση μη εξαγοράς του, ο χρόνος πραγματοποίησης των διδακτορικών σπουδών συνυπολογίζεται μόνο για τη θε­μελίωση του συνταξιοδοτικού δικαιώματος και όχι για τον προσδιορισμό του δικαιούμενου ποσού σύνταξης.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ'

ΛΟΙΠΕΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΕΣ

ΚΑΙ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 21

Παράταση ασφαλιστικής ικανότητας τέκνων θανόντος ασφαλισμένου ή συνταξιούχου

Στην παράγραφο 1 του άρθρου 23 του ν. 4529/2018 (Α' 56) προστίθεται περίπτωση ζ' ως εξής:

«ζ. Ειδικά στα δικαιούχα σύνταξης τέκνα θανόντος ασφαλισμένου ή συνταξιούχου χορηγείται ασφαλιστι­κή ικανότητα και παροχές υγειονομικής περίθαλψης σε είδος ακόμα και μετά το 24ο έτος της ηλικίας τους και όχι αργότερα από τη συμπλήρωση του 35ου έτους της ηλικίας τους.».

Άρθρο 22

Αναστολή καταβολής εισφορών κοινωνικής ασφάλισης για τους πληγέντες από τις πυρκαγιές της 23ης και 24ης Ιουλίου 2018

  1. Για τις ασφαλιστικές εισφορές επιχειρήσεων, ερ­γοδοτών και ασφαλισμένων που έχουν επαγγελματική εγκατάσταση ή δραστηριότητα σε περιοχές της Περι­φέρειας Αττικής που επλήγησαν από τις πυρκαγιές της 23ης και 24ης Ιουλίου 2018 και έχουν υπαχθεί, μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος, στο πεδίο εφαρμογής της παραγράφου 1 του άρθρου 10 της από 26 Ιουλίου 2018 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α' 138), που κυρώ­θηκε με το άρθρο 3 του ν. 4576/2018 (Α' 196), ισχύουν οι ακόλουθες ρυθμίσεις:

α) Αναστέλλεται η υποβολή Αναλυτικών Περιοδικών Δηλώσεων (ΑΠΔ) περιόδων Ιουνίου 2018 έως Νοεμβρί­ου 2018 έως τις 31.12.2019. Οι ΑΠΔ που δεν θα έχουν υποβληθεί, υποβάλλονται από 1.1.2020, παράλληλα με τις τρέχουσες ΑΠΔ, σε αντίστοιχους μήνες.

β) Αναστέλλεται η καταβολή τρεχουσών εισφορών, δόσεων εκκαθάρισης ασφαλιστικών εισφορών και δό­σεων ρυθμίσεων έως τις 31.12.2019.

γ) Ειδικότερα οι δόσεις εκκαθαρίσεων εισφορών του ν. 4387/2016 που τίθενται σε αναστολή, εξοφλούνται από 1.1.2020 σε αντίστοιχες μηνιαίες δόσεις.

δ) Δόσεις ρυθμίσεων, γενικών ή ειδικών, που τίθενται σε αναστολή, καταβάλλονται στο τέλος της ρύθμισης σε αντίστοιχες μηνιαίες δόσεις.

  1. Οι διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ν. 2556/1997 (Α'270) εξακολουθούν να ισχύουν.

Άρθρο 23

Πράξεις και συναλλαγές για τις οποίες απαιτείται η προσκόμιση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας

Η προσκόμιση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερό­τητας απαιτείται στις ακόλουθες περιπτώσεις:

α) Για την είσπραξη εκκαθαρισμένων απαιτήσεων ή την εξόφληση τίτλων πληρωμής από το Δημόσιο και τους φορείς της Γενικής Κυβέρνησης, όπως καθορίζο­νται από την εκάστοτε ισχύουσα νομοθεσία, καθώς και από αυτούς που ενεργούν πληρωμές με εντολή ή εξου- σιοδότησή τους, εφόσον το ακαθάριστο ποσό του κάθε τίτλου ή της κάθε εκκαθαρισμένης απαίτησης υπερβαίνει τις τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Οι διατάξεις της περίπτωσης ε' της παραγράφου 5 του άρθρου 8 του α.ν. 1846/1951 (Α' 179) εξακολου­θούν να εφαρμόζονται, όπου απαιτείται αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας, ανεξαρτήτως ποσού. Το αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας προσκομίζεται από τον δικαιούχο στους διενεργούντες την πληρωμή ή την εξόφληση του τίτλου, κατά την πληρωμή ή την εξόφλησή του.

β) Για τη σύναψη και την ανανέωση συμβάσεων δανεί­ων, πιστώσεων και χρηματοδοτήσεων από τράπεζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα για ποσό άνω των έξι χιλιά­δων (6.000) ευρώ, με την επιφύλαξη του άρθρου 27 του παρόντος. Το αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας προσκομίζεται από τον αντισυμβαλλόμενο στην τράπε­ζα ή στο πιστωτικό ίδρυμα κατά τη σύναψη ή ανανέωση της δανειακής σύμβασης και κατά την εκτέλεση αυτής από τον εισπράττοντα.

γ) Για τη συμμετοχή σε διαγωνισμούς ανάληψης εκτέ­λεσης δημοσίων έργων ή προμηθειών από το Δημόσιο Τομέα, όπως αυτός καθορίζεται από την εκάστοτε ισχύ­ουσα νομοθεσία. Το αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερό­τητας προσκομίζεται από τον υπόχρεο στην υπηρεσία που υποβάλλεται η προσφορά.

δ) Για τη συμμετοχή ως μέλος σε κοινοπραξία ή ως εταίρος σε ομόρρυθμη, ετερόρρυθμη ή περιορισμένης ευθύνης εταιρεία, από τον συμμετέχοντα.

ε) Για την απόκτηση αθλητή από Τμήματα Αμειβόμε­νων Αθλητών (ΤΑΑ) και τις Αθλητικές Ανώνυμες Εταιρείες (ΑΑΕ). Το αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας προ­σκομίζεται από το ΤΑΑ ή την ΑΑΕ στην Επιτροπή Επαγ­γελματικού Αθλητισμού, σύμφωνα με το άρθρο 93 του ν. 2725/1999 (Α' 121).

στ) Για τη μεταβίβαση ακινήτων λόγω πώλησης, γονι­κής παροχής ή δωρεάς από τον πωλητή, τον παρέχοντα τη γονική παροχή ή δωρεά, αντίστοιχα, με την επιφύλαξη του άρθρου 25, εφόσον είναι ή ήταν:

αα) Φυσικό πρόσωπο υποκείμενο καταβολής ασφα­λιστικών εισφορών ή νομικό πρόσωπο οποιασδήποτε μορφής, κοινωνία αστικού δικαίου, αστική κερδοσκοπι­κή ή μη εταιρεία, συμμετοχική ή αφανής εταιρεία, καθώς και κοινοπραξία.

ββ) Μέλος κοινοπραξίας, αστικής εταιρείας, ομόρ­ρυθμης εταιρείας, ομόρρυθμο μέλος ετερόρρυθμης εταιρείας, διαχειριστής Ε.Π.Ε., διευθύνων σύμβουλος, διευθυντής που ασκεί ή ασκούσε διοίκηση σε Α.Ε., διευ­θυντής, διαχειριστής, διευθύνων σύμβουλος συνεταιρι­σμού ή ένωσης συνεταιρισμών, διευθυντής, διαχειριστής και γενικά εντεταλμένος στη διοίκηση δημόσιας, δημο­τικής και κοινοτικής επιχείρησης και εκμετάλλευσης κερδοσκοπικού χαρακτήρα, ανεξάρτητα αν είναι νομι­κό πρόσωπο αλλοδαπής επιχείρησης και αλλοδαπού οργανισμού εγκατεστημένων στην Ελλάδα, ημεδαπού ή αλλοδαπού προσώπου δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα εγκατεστημένου στην Ελλάδα και σε κάθε είδους ιδρύματα.

γγ) Υποκείμενο καταβολής ασφαλιστικών εισφορών οικοδομικών έργων, οι άδειες των οποίων εκδόθηκαν εντός της τελευταίας εικοσαετίας από τη σύνταξη της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης.

ζ) Για τη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος επί ακι­νήτου από τον παρέχοντα το εμπράγματο δικαίωμα, με την επιφύλαξη του άρθρου 25. Για τη σύσταση υποθήκης υπέρ του Δημοσίου, του ΕΦΚΑ και του ΕΤΕΑΕΠ δεν απαι­τείται αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας.

η) Για τη μεταβίβαση μεταχειρισμένων επαγγελματι­κών αυτοκινήτων, μηχανοκίνητων θαλασσίων σκαφών άνω των πέντε (5) μέτρων, ελικοπτέρων, ανεμοπτέρων, αεροσκαφών και επαγγελματικών σκαφών αλιείας από τον μεταβιβάζοντα. Ειδικά για τη μεταβίβαση οχημάτων δημοσίας χρήσης, το αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημε­ρότητας προσκομίζεται με την επιφύλαξη των παραγρά­φων 5 έως 7 του άρθρου 19 του ν. 4530/2018 (Α' 40) και του άρθρου 26 του παρόντος νόμου.

θ) Για να γίνει δεκτός εργολήπτης σε δημοπρασία οποιουδήποτε τεχνικού έργου, απαιτείται η προσκόμι­ση στις επιτροπές δημοπρασίας αποδεικτικού ασφαλι­στικής ενημερότητας. Δεν επιτρέπεται στις υπηρεσίες του Δημοσίου, των δήμων και κοινοτήτων, των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου ή δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών, που προβλέπονται από το άρθρο 12 του π.δ. 178/2000 (Α' 165), η θεώρηση ή έγκριση μελετών, προϋπολογισμών, εκθέσεων, γνωματεύσεων, που εκδί­δονται από μετόχους του Ταμείου, αν δεν προσαχθεί το κατά το προηγούμενο εδάφιο αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας.

Άρθρο 24

Προϋποθέσεις χορήγησης αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας

  1. Για τη χορήγηση αποδεικτικού ασφαλιστικής ενη­μερότητας απαιτείται ο αιτών να είναι ασφαλιστικά ενή­μερος.
  2. Ασφαλιστικά ενήμεροι θεωρούνται:

α) Φυσικά πρόσωπα υποκείμενα καταβολής ασφαλι­στικών εισφορών σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τα οποία:

αα) δεν έχουν ληξιπρόθεσμες ασφαλιστικές οφειλές στον ΕΦΚΑ για την περίοδο έως 31.12.2016 και από 1.1.2017 δεν έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές, μετά το πέ­ρας της ετήσιας εκκαθάρισης των ασφαλιστικών εισφο­ρών και της οριστικοποίησης της ετήσιας ασφαλιστικής οφειλής, και παράλληλα καταβάλλουν, για το τρέχον έτος χορήγησης του αποδεικτικού ενημερότητας, το ποσό που αντιστοιχεί στην κατά περίπτωση κατώτατη μηνιαία βάση υπολογισμού των εισφορών, και

ββ) δεν έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές στο ΕΤΕΑΕΠ και στον ΕΔΟΕΑΠ.

β) Οι εργοδότες, οι οποίοι κατά την ημερομηνία έκ­δοσης του αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας, δεν έχουν ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τον ΕΦΚΑ και το ΕΤΕΑΕΠ και τον ΕΔΟΕΑΠ και έχουν υποβάλει τις απαιτη­τές Αναλυτικές Περιοδικές Δηλώσεις (ΑΠΔ).

γ) Οι ανάδοχοι ή οι εργολάβοι έργων του δημόσιου τομέα, όπως ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα νο­μοθεσία, καθώς και αυτών που ενεργούν κάθε φορά πληρωμές με εντολή ή εξουσιοδότηση των πιο πάνω, που δεν οφείλουν εισφορές από το έργο, για το οποίο χορηγείται το αποδεικτικό ή ως εργοδότες στον ΕΦΚΑ.

δ) Τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που είναι υπόχρεοι εργοδότες ιδιωτικών οικοδομικών και τεχνικών έργων και δεν οφείλουν εισφορές στον ΕΦΚΑ από το έργο, για το οποίο χορηγείται το αποδεικτικό.

ε) Τα πρόσωπα των προηγούμενων περιπτώσεων, εφό­σον έχουν υπαχθεί σε καθεστώς ρύθμισης, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις, και τηρούνται οι όροι της. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τις ως άνω οφειλές:

αα) Για τα φυσικά πρόσωπα που είναι υπόχρεα κατα­βολής ασφαλιστικών εισφορών, λαμβάνονται υπόψη οι ατομικές οφειλές, καθώς και οφειλές για τις οποίες το φυσικό πρόσωπο έχει ευθύνη για την εξόφλησή τους από τυχόν εργοδοτικές υποχρεώσεις, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις.

ββ) Για τα νομικά πρόσωπα λαμβάνονται υπόψη οι οφειλές τους από τυχόν εργοδοτικές υποχρεώσεις, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις. Ειδικά για τις προ­σωπικές εταιρίες, λαμβάνονται υπόψη τόσο οι οφειλές τους από τυχόν εργοδοτικές υποχρεώσεις όσο και οι οφειλές των φυσικών προσώπων που συμμετέχουν σε αυτές.

Άρθρο 25

Αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας για μεταβίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπράγματου δικαιώματος

  1. Ειδικά για τη μεταβίβαση ακινήτου εξ επαχθούς αιτίας ή για τη σύσταση εμπράγματου δικαιώματος επ' αυτού, ισχύουν οι ακόλουθοι όροι:

α) Αν υπάρχει ρυθμισμένη οφειλή και τηρούνται οι όροι της ρύθμισης, χορηγείται από τον ΕΦΚΑ και το ΕΤΕ­ΑΕΠ αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας, εφόσον η οφειλή είναι διασφαλισμένη σύμφωνα με τους όρους που ορίζει η απόφαση της παραγράφου 1 του άρθρου 29. Η οφειλή θεωρείται διασφαλισμένη ιδίως όταν παρέ­χεται εμπράγματη ασφάλεια σε άλλο ακίνητο κυριότητας του οφειλέτη ή όταν προσκομίζεται εγγυητική επιστολή πιστωτικού ιδρύματος ισόποσης αξίας.

Αν η οφειλή δεν είναι διασφαλισμένη, χορηγείται από τον ΕΦΚΑ και το ΕΤΕΑΕΠ βεβαίωση οφειλής, που υπέ­χει θέση ασφαλιστικής ενημερότητας, υπό τον όρο της παρακράτησης από το τίμημα ποσού μέχρι του ύψους της οφειλής.

β) Αν υφίσταται οφειλή που δεν είναι ρυθμισμένη, χο­ρηγείται από τον ΕΦΚΑ και το ΕΤΕΑΕΠ βεβαίωση οφειλής, που υπέχει θέση ασφαλιστικής ενημερότητας προς τον σκοπό της μεταβίβασης, με τον επιπρόσθετο όρο παρα­κράτησης του ποσού της οφειλής από το τίμημα και από- δοσής του στον οικείο φορέα από τον συμβολαιογράφο.

  1. Για τη μεταβίβαση ακινήτου λόγω χαριστικής αιτίας, εφόσον υφίσταται οφειλή, ρυθμισμένη ή μη, χορηγείται από τον ΕΦΚΑ και το ΕΤΕΑΕΠ βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας προς το σκοπό της μεταβίβασης ή της πα­ραχώρησης, εφόσον υπάρχει ισόποση διασφάλισή της.

Άρθρο 26

Αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας για μεταβίβαση αυτοκινήτου Δ.Χ.

  1. Ειδικά για την αποξένωση Δ.Χ. αυτοκινήτου ισχύουν τα εξής:

α) Αν ο αιτών έχει εξοφλήσει πλήρως τις υποχρεώσεις του από πάσης φύσεως οφειλές μέχρι και το τέλος του μήνα που προηγείται της αίτησης, χορηγείται αποδεικτι­κό ασφαλιστικής ενημερότητας.

β) Αν ο αιτών έχει οφειλή από ασφαλιστικές εισφορές στον ΕΦΚΑ και το ΕΤΕΑΕΠ, χορηγείται βεβαίωση οφειλής.

Ο πωλητής υποβάλλει στην αρμόδια υπηρεσία Μετα­φορών και Επικοινωνιών της οικείας Περιφέρειας δήλω­ση του τιμήματος της μεταβίβασης.

Αν το ποσό του δηλούμενου τιμήματος είναι μεγαλύ­τερο του ποσού των οφειλών του πωλητή στον ΕΦΚΑ και το ΕΤΕΑΕΠ, από το τίμημα παρακρατείται και αποδίδεται στους οικείους φορείς ποσό ίσο με το ύψος των οφειλών του πωλητή, όπως αυτό προκύπτει από τη βεβαίωση οφειλής που χορηγείται για τον σκοπό αυτόν.

Αν το ποσό του δηλούμενου τιμήματος είναι μικρότε­ρο του ποσού των οφειλών του πωλητή στον ΕΦΚΑ και το ΕΤΕΑΕΠ, γίνεται εκτίμηση της αξίας του μεταβιβαζόμε­νου οχήματος από τριμελή επιτροπή, συγκροτούμενη με απόφαση του αρμόδιου Περιφερειάρχη από υπαλλήλους της αρμόδιας Υπηρεσίας Μεταφορών και Επικοινωνιών της οικείας Περιφέρειας.

Αν το τίμημα είναι μεγαλύτερο ή ίσο με το ενενήντα τοις εκατό (90%) της εκτιμώμενης, σύμφωνα με το προ­ηγούμενο εδάφιο, αξίας του οχήματος, η μεταβίβαση επιτρέπεται και είναι έγκυρη και από το τίμημα παρακρα­τείται και αποδίδεται στους οικείους φορείς ποσό ίσο με το ύψος των οφειλών του πωλητή, όπως αυτό προκύπτει από τη βεβαίωση οφειλής που χορηγείται για τον σκοπό αυτόν. Αν το τίμημα είναι μικρότερο του ενενήντα τοις εκατό (90%) της εκτιμώμενης αξίας του οχήματος, η με­ταβίβαση δεν ολοκληρώνεται.

  1. Οι βεβαιώσεις της παραγράφου 1 δεν απαιτούνται στις περιπτώσεις των παραγράφων 5, 6 και 7 του άρθρου 19 του ν. 4530/2018 (Α' 59).
  2. Με απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Υποδομών και Μεταφορών καθορίζεται η διαδικασία παρακράτησης του τιμήματος και απόδοσής του στους οικείους φορείς και οι ειδικότητες των υπαλλήλων της αρμόδιας Υπηρεσίας Μεταφορών και Επικοινωνιών της οικείας Περιφέρειας που δύνανται να ορίζονται μέλη της τριμελούς επιτροπής της παραγράφου 1.

Άρθρο 27

Αποδεικτικό ασφαλιστικής ενημερότητας για δανειοδότηση

Ειδικά για τη σύναψη και την ανανέωση συμβάσεων δανείων, πιστώσεων και χρηματοδοτήσεων από τράπε­ζες και λοιπά πιστωτικά ιδρύματα για ποσό άνω των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ, σε περίπτωση μη ύπαρξης οφει­λής σε ΕΦΚΑ και ΕΤΕΑΕΠ χορηγείται αποδεικτικό ασφα­λιστικής ενημερότητας. Σε περίπτωση ύπαρξης ρυθμι­σμένης ή μη οφειλής, χορηγείται βεβαίωση οφειλής, η οποία επέχει θέση ασφαλιστικής ενημερότητας υπό την προϋπόθεση ότι στους όρους της δανειακής σύμβασης προβλέπεται η ολοσχερής ή τμηματική καταβολή της οφειλής προς τον ΕΦΚΑ και το ΕΤΕΑΕΠ, σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις που ορίζει η απόφαση της παραγράφου 1 του άρθρου 29.

Άρθρο 28

Διάρκεια ισχύος αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερότητας

  1. Η ισχύς του αποδεικτικού ασφαλιστικής ενημερό­τητας, ανεξαρτήτως της πράξης ή συναλλαγής για την οποία ζητείται, ορίζεται σε:

α) Έξι (6) μήνες, αν δεν υφίσταται οφειλή ή υποχρέωση καταβολής ασφαλιστικών εισφορών λόγω μη απασχό­λησης προσωπικού.

β) Δύο (2) μήνες, αν υφίσταται ρυθμισμένη οφειλή και οι όροι της ρύθμισης τηρούνται.

  1. Σε περίπτωση ύπαρξης μη ρυθμισμένης οφειλής, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση χορήγησης βεβαίωσης οφειλής, η διάρκεια ισχύος ορίζεται έως το τέλος του μήνα έκδοσής της, ανεξαρτήτως της πράξης ή συναλλαγής για την οποία ζητείται.

Άρθρο 29

Εξουσιοδοτικές διατάξεις

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζονται η διαδικασία χορήγησης του αποδεικτικού ενημερότητας και της βεβαίωσης οφειλής, τυχόν απαλλαγές από την υποχρέωση προσκόμισής τους, το περιεχόμενό τους και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή των άρθρων 23 έως 28.

Άρθρο 30

Έναρξη ισχύος

Η ισχύς των άρθρων 23 έως 28 αρχίζει από τη δημο­σίευση της απόφασης του άρθρου 29. Μετά την έναρξη ισχύος των άρθρων 23 έως 28, σύμφωνα με το προηγού­μενο εδάφιο, καταργείται κάθε άλλη σχετική διάταξη.

Άρθρο 31

Χορήγηση - παράταση ασφαλιστικής

ικανότητας 2019-2020

  1. Στον άμεσα ασφαλισμένο και τα μέλη της οικογέ- νειάς του χορηγείται ασφαλιστική ικανότητα για παροχές υγειονομικής περίθαλψης σε είδος για την περίοδο από 1.3.2019 έως 29.2.2020 εφόσον:

α) Ο μισθωτός έχει πραγματοποιήσει τουλάχιστον πενήντα (50) ημέρες ασφάλισης κατά το προηγούμενο ημερολογιακό έτος ή κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν από την ημερομηνία προσέλευσης ή επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου.

β) Ο μη μισθωτός έχει συμπληρώσει τουλάχιστον δύο (2) μήνες ασφάλισης κατά το προηγούμενο ημερολο­γιακό έτος ή κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο πριν από την ημερομηνία προσέλευσης ή επέλευσης του ασφαλι­στικού κινδύνου και έχουν καταβληθεί οι απαιτούμενες ασφαλιστικές εισφορές, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4387/2016.

Κατά τα λοιπά, εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 23 του ν. 4529/2018.

  1. Χορηγείται ασφαλιστική ικανότητα για παροχές υγειονομικής περίθαλψης σε είδος, από 1.3.2019 έως 29.2.2020, χωρίς την προϋπόθεση της συμπλήρωσης των απαιτούμενων για το ανωτέρω χρονικό διάστημα ημερών ασφάλισης, στα κατωτέρω αναφερόμενα πρό­σωπα και τα μέλη των οικογενειών τους:

α) Στους εργαζόμενους στην επιχείρηση με την επω­νυμία «ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΡΟΧΑΙΟΥ ΥΛΙΚΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.», στα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, στην Ναυπηγοεπισκευαστική Ζώνη Περάματος και στα Ναυπηγεία Ελευσίνας.

β) Στους αναβάτες ιπποδρομιών, στους μαθητευόμε­νους αναβάτες και στους προπονητές δρομώνων ίππων.

γ) Στα πρόσωπα που υπάγονται στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ ως μισθωτοί αποκλειστικά βάσει της περίπτωσης δ' της παραγράφου 3 του άρθρου 38 του ν. 4387/2016.

δ) Στα πρόσωπα που έχουν υπαχθεί στο πεδίο εφαρμο­γής των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 10 της από 26 Ιουλίου 2018 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου, που κυρώθηκε με το άρθρο 3 του ν. 4576/2018.

ε) Στα πρόσωπα που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των υπουργικών αποφάσεων κατ' εξουσιοδότηση της παραγράφου 2 του άρθρου 8 του ν. 2256/1994 (Α'196).

  1. Παρατείνεται η ασφαλιστική ικανότητα για παροχές υγειονομικής περίθαλψης σε είδος, για την περίοδο από 1.3.2019 έως 29.2.2020, των κατωτέρω προσώπων και των μελών των οικογενειών τους:

α) Των ασφαλισμένων που έχουν κάνει χρήση των διατάξεων των περιπτώσεων Α', Β' και Γ' της υποπαρα­γράφου Α.3 της παραγράφου Α του άρθρου πρώτου του ν. 4254/2014 (Α' 85) και της παραγράφου 7 του άρθρου 30 του ν. 4320/2015 (Α' 29).

β) Των ανέργων ηλικίας άνω των 29 και έως 55 ετών, που έχουν κάνει χρήση των διατάξεων της παραγράφου 4 του άρθρου 5 του ν. 2768/1999 (Α' 273).

γ) Των άνεργων ασφαλισμένων του πρώην Ο.Α.Ε.Ε. ηλικίας άνω των 30 και έως 67 ετών, που διέκοψαν την άσκηση του επαγγέλματός τους, έχουν κάνει χρήση των διατάξεων της παραγράφου 8 του άρθρου δεύτερου του ν. 3845/2010 (Α' 65), παραμένουν άνεργοι και ανασφάλι­στοι και δεν έχουν οφειλές προερχόμενες από τον πρώην Ο.Α.Ε.Ε. ή έχουν ρυθμίσει τις οφειλές τους και τηρούνται οι όροι της ρύθμισης.

  1. Στους ασφαλισμένους του πρώην Ο.Γ.Α. και τα μέλη της οικογένειάς τους που έχουν οφειλές από ληξιπρόθε­σμες ασφαλιστικές εισφορές, εφόσον εκδοθεί απόφαση από τις επιτροπές της παραγράφου 6 του άρθρου 14 του ν. 2458/1997 (Α' 15), χορηγείται ασφαλιστική ικανότητα για όσο χρονικό διάστημα ορίζεται από την απόφαση αυτή.
  2. Στην παράγραφο 8 του άρθρου δεύτερου του ν. 3845/2010 οι λέξεις «και μέχρι 65 ετών» αντικαθίστα­νται με τις λέξεις «και μέχρι 67 ετών».

Άρθρο 32

Αναγνώριση ως χρόνου ασφάλισης του χρόνου καταβολής του βοηθήματος των μη μισθωτών της παραγράφου 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α' 152)

Στην περίπτωση γ' της παραγράφου 1 του άρθρου 40 του ν. 2084/1992 (Α' 165) μετά τις λέξεις, «καθώς και ο χρόνος επιδότησης λόγω τακτικής ανεργίας» προστί­θενται οι λέξεις «μισθωτών και ο χρόνος καταβολής του βοηθήματος των μη μισθωτών της παραγράφου 2 του άρθρου 44 του ν. 3986/2011 (Α' 152)».

Άρθρο 33

Ρυθμίσεις για τα βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα

  1. Η παράγραφος 6 του άρθρου 2 του ν. 3029/2002 (Α' 160) αντικαθίσταται ως εξής:

«6. α) Οι ασφαλισμένοι άνδρες μέχρι την 31.12.1992 στο πρώην ΙΚΑ-ΕΤΑΜ, οι οποίοι έχουν πραγματοποι­ήσει χρόνο ασφάλισης 4.500 ημερών ή 15 ετών, από τον οποίο τουλάχιστον τα 4/5 σε βαρέα και ανθυγιεινά επαγγέλματα, δικαιούνται σύνταξης, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υποπαράγραφο ΙΑ'4 της παραγράφου ΙΑ' του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222), με τη συμπλήρωση του 60ου έτους της ηλικίας τους μέχρι την 31.12.2012 και του 62ου έτους από την 1.1.2013 και εφεξής.

β) Το όριο ηλικίας συνταξιοδότησης των ασφαλισμέ­νων γυναικών μέχρι την 31.12.1992, σύμφωνα με την προηγούμενη περίπτωση και την παράγραφο 16 του άρθρου 10 του ν. 3863/2010 (Α' 115), διαμορφώνεται ως εξής: αα) στο 55ο έτος της ηλικίας για όσες συμπληρώ­νουν τον συντάξιμο χρόνο της περίπτωσης α' το 2010, ββ) στο 56ο έτος για όσες συμπληρώνουν τον συντάξιμο χρόνο το 2011, γγ) στο 57ο έτος για όσες συμπληρώνουν τον συντάξιμο χρόνο το 2012, και δδ) στο 62ο έτος από την 1.1.2013 και εφεξής.

Από τον συνολικό χρόνο ασφάλισης στον Κανονισμό Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων (ΚΒΑΕ) απαι­τείται η πραγματοποίηση χιλίων (1.000) τουλάχιστον ημερών εργασίας στα επαγγέλματα αυτά τα τελευταία δεκαεπτά (17) χρόνια μέχρι τη συμπλήρωση του κατά περίπτωση οριζόμενου ορίου ηλικίας, σύμφωνα με τις προηγούμενες περιπτώσεις ή μέχρι την ημερομηνία υπο­βολής της αίτησης συνταξιοδότησης.».

  1. Η παράγραφος 12 του άρθρου 15 του ν. 3232/2004 (Α' 48) αντικαθίσταται ως εξής:

«12. Σε κάθε περίπτωση συνταξιοδότησης με βάση τις διατάξεις του Κανονισμού Βαρέων και Ανθυγιεινών Επαγγελμάτων ή με άλλες ειδικές διατάξεις όπου απαι­τείται η πραγματοποίηση χιλίων (1.000) ή πεντακοσίων (500) ημερών ασφάλισης εντός των τελευταίων δέκα (10) ή δεκατριών (13) χρόνων πριν τη συμπλήρωση του εκάστοτε οριζόμενου ορίου ηλικίας ή μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης συνταξιοδότησης, το χρονικό αυτό διάστημα επιμηκύνεται σε δεκαεπτά (17) έτη».

Άρθρο 34

Ημερομηνία καταβολής μηνιαίων κύριων συντάξεων ΕΦΚΑ

  1. Ως ημερομηνία καταβολής των μηνιαίων κύριων συντάξεων του ΕΦΚΑ ορίζεται:

α) Για τους μισθωτούς, η προτελευταία εργάσιμη ημέ­ρα του προηγούμενου μήνα.

β) Για τους μη μισθωτούς, η τέταρτη τελευταία εργά­σιμη ημέρα του προηγούμενου μήνα.

  1. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, οι ημερομηνίες της πα­ραγράφου 1 δύναται να διαφοροποιούνται μετά από αι­τιολογημένη απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΕΦΚΑ και έγκριση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης.
  2. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος, καθώς και ο τρόπος εφαρμογής του σε φορείς που κατα- βάλλουν παροχές που δεν ανάγονται σε μηνιαία βάση.
  3. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος κάθε άλλη αντίθετη διάταξη καταργείται.

Άρθρο 35

Έναρξη και λήξη υπαγωγής στην ασφάλιση ιδιοκτητών, χρηστών και εκμεταλλευτών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης

  1. Ημερομηνία έναρξης ασφάλισης στον ΕΦΚΑ για τους ιδιοκτήτες, χρήστες και εκμεταλλευτές δημόσιας χρή­σης (Δ.Χ.) αυτοκινήτων είναι η πρώτη ημέρα του μήνα έναρξης άσκησης της ασφαλιστέας ιδιότητας, όπως αυτή προκύπτει από τη βεβαίωση έναρξης εργασιών της αρ­μόδιας Δ.Ο.Υ..
  2. Ημερομηνία διακοπής ασφάλισης στον ΕΦΚΑ για τους ιδιοκτήτες, χρήστες και εκμεταλλευτές Δ.Χ. αυτοκι­νήτων είναι η τελευταία ημέρα του μήνα διακοπής άσκη­σης της δραστηριότητας, όπως αυτή προκύπτει από τη βεβαίωση διακοπής εργασιών της αρμόδιας Δ.Ο.Υ..
  3. Ιδιοκτήτες, χρήστες ή εκμεταλλευτές Δ.Χ. αυτοκινή­των που έχουν υπαχθεί στην ασφάλιση του ΕΦΚΑ μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος και για τους οποίους προκύπτει, κατ' εφαρμογή του παρόντος, διακοπή της ασφάλισής τους στον ΕΦΚΑ, μπορούν να συνεχίσουν προαιρετικά την ασφάλισή τους για το σύνολο των κλά­δων ασφάλισης στους οποίους υπάγονταν μέχρι τη δια­κοπή της υποχρεωτικής τους ασφάλισης. Στην περίπτω­ση αυτή η μηνιαία ασφαλιστική εισφορά υπολογίζεται με βάση το κατώτατο όριο μηνιαίου εισοδήματος για τους ασφαλισμένους του άρθρου 39 του ν. 4387/2016. Για την προαιρετική συνέχιση της ασφάλισης υποβάλλεται δήλωση του ασφαλισμένου εντός προθεσμίας τριών (3) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος. Η προαιρε­τική συνέχιση της ασφάλισης διακόπτεται, ύστερα από αίτηση του ασφαλισμένου, από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από την υποβολή της αίτησης. Νέα αίτη­ση για προαιρετική ασφάλιση δεν μπορεί να υποβληθεί.
  4. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος κάθε άλλη αντίθετη διάταξη καταργείται.

Άρθρο 36

Συντάξιμες αποδοχές πρώην ΤΣΕΥΠ-Α, ΤΣΕΥΠ-Θ

και ιδιοκτητών εφημερίδων (πρ. ΕΤΑΠ-ΜΜΕ) για το διάστημα 1.1.2002 - 31.12.2016

  • Για τον υπολογισμό, σύμφωνα με τον ν. 4387/2016, του ανταποδοτικού τμήματος της σύνταξης των ασφαλισμένων στη πρώην Δ' Διεύθυνση Ασφάλισης - Παροχών του πρώην ΕΤΑΠ-ΜΜΕ (πρώην Τομέας Σύ­νταξης Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτο­ρείων Αθηνών), που από 1.2017 υπάγονται στον ΕΦΚΑ ως ελεύθεροι επαγγελματίες, σύμφωνα με την Φ11321/59554/2170/22.12.2016 (Β' 4569) υπουργική απόφαση, ως μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές για το χρο­νικό διάστημα από 1.1.2002 έως και 31.12.2016 θεω­ρούνται οι οριζόμενες από το άρθρο 6 της 17481/1933 υπουργικής απόφασης (Παράρτημα ΕΚ Φύλλο 51, ανα­δημοσίευση σε Φύλλο 77), όπως αντικαταστάθηκε με την Φ. 10055/10947/791/7.8.2014 (Β' 2268) υπουργική απόφαση.
  • Για τον υπολογισμό, σύμφωνα με τον ν. 4387/2016, του ανταποδοτικού τμήματος της σύνταξης των ασφαλισμένων του πρώην Περιφερειακού Τμήματος

Ασφάλισης - Παροχών του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ (πρώην Τομέας Σύνταξης Εφημεριδοπωλών και Υπαλλήλων Πρακτορεί­ων Θεσσαλονίκης), που από 1.1.2017 υπάγονται στον ΕΦΚΑ ως ελεύθεροι επαγγελματίες, σύμφωνα με την Φ11321/59554/2170/22.12.2016 (Β' 4569) υπουργική απόφαση, ως μηνιαίες συντάξιμες αποδοχές για το χρο­νικό διάστημα από 1.1.2002 έως 31.12.2016 θεωρούνται οι οριζόμενες από την παράγραφο 1 του άρθρου 17 της 31720/Σ.503/10.12.1962 (Β' 503) υπουργικής απόφα­σης, όπως αντικαταστάθηκε με την Φ56/1077/13.6.2002 (Β' 768) υπουργική απόφαση.

  1. Για τον υπολογισμό, σύμφωνα με τον ν. 4387/2016, του ανταποδοτικού τμήματος της σύνταξης των ασφαλι­σμένων στην πρώην Α' Διεύθυνση Ασφάλισης Παροχών του ΕΤΑΠ-ΜΜΕ (πρώην Τομέας Ασφάλισης Ιδιοκτητών ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών και Θεσσαλονίκης), που από την 1.1.2017 υπάγονται στον ΕΦΚΑ ως ελεύθεροι επαγγελματίες, ως συντάξιμες αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 1.1.2002 έως και 31.12.2016 θεωρούνται οι οριζόμενες στο άρθρο 7 του π.δ. 442/1993 (Α' 184).

Άρθρο 37

Προσαύξηση συντάξεων σε περίπτωση εργατικών ατυχημάτων ή επαγγελματικής νόσου

Στο άρθρο 33 του ν. 4387/2016 προστίθεται παρά­γραφος 3 ως εξής:

«3. Ειδικά για τις περιπτώσεις του άρθρου 31, αν το καταβαλλόμενο ποσό των συντάξεων αυτών είναι μικρό­τερο εκείνου που προκύπτει από τον επανυπολογισμό τους, τότε αυτό προσαυξάνεται κατά το ποσό της δια­φοράς και καταβάλλεται, κατά παρέκκλιση της περίπτω­σης γ' της παραγράφου 2 του άρθρου 14, εξ ολοκλήρου στους δικαιούχους.».

Άρθρο 38

Διεύρυνση των υπαγόμενων κατηγοριών ασφαλισμένων στο ΤΜΕΔΕ

Στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 86 του ν. 4387/2016 μετά τις λέξεις «με αντικείμενο την Εγ­γυοδοσία και Πιστοδοσία των ασφαλισμένων στον τομέα Τ.Σ.Μ.Ε.Δ.Ε. του τ. Ε.Τ.Α.Α.» προστίθεται η φράση «και των προσώπων που διαθέτουν εργοληπτικό ή μελετητικό πτυχίο από την αρμόδια Διεύθυνση Μητρώου Δ.15 του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών ή την εκάστοτε Αρμόδια Αρχή».

Άρθρο 39

Συμψηφισμός αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών με δικαιούμενα ποσά

Σε περιπτώσεις αναδρομικής ανάκλησης ευμενών δι­οικητικών πράξεων και αναζήτησης ως αχρεωστήτως καταβληθέντων των ποσών παροχών λόγω της ανάκλη­σης, δύναται ο ασφαλισμένος να υποβάλει αίτηση για χορήγηση λοιπών παροχών που μπορούσε να δικαιω­θεί κατά το χρόνο στον οποίο ανατρέχει η ανάκληση ή μεταγενέστερα. Η αίτηση θεωρείται ότι υποβλήθηκε κατά τον χρόνο που ανατρέχει η ανακλητική πράξη ή κατά τον χρόνο που πληρούνται οι προϋποθέσεις χο­ρήγησης της αιτούμενης αναδρομικά παροχής και δι­ενεργείται συμψηφισμός μεταξύ του οφειλόμενου από τον ασφαλισμένο ποσού και του ποσού που προκύπτει αν η παροχή χορηγούταν κατά τον χρόνο στον οποίο ανατρέχει η αίτηση.

Άρθρο 40

Παρακράτηση οφειλών από σύνταξη

Η παράγραφος 3 του άρθρου 61 του ν. 3863/2010 (Α' 115) αντικαθίσταται ως εξής:

«3. α) Τα ανωτέρω ποσά οφειλής, συμψηφίζονται ή παρακρατούνται από τα ποσά των συντάξεων σε ίσες μη­νιαίες δόσεις που δεν μπορεί να είναι περισσότερες από εξήντα (60) για τις περιπτώσεις συνταξιοδότησης λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου. Η πρώτη δόση παρα­κρατείται από τον πρώτο μήνα απονομής της σύνταξης.

β) Ειδικά για τις συντάξεις αναπηρίας ορισμένου χρό­νου, ανεξαρτήτως διάρκειας, το ποσό της μηνιαίας δόσης προκύπτει από τη διαίρεση του οφειλόμενου ποσού με τον μέγιστο αριθμό δόσεων, σύμφωνα με την περίπτωση α'. Αν μετά από νέα υγειονομική κρίση παραταθεί εκ νέου η σύνταξη αναπηρίας για ορισμένο χρόνο, ανεξαρ­τήτως διάρκειας, αλλά με συντάξιμο ποσοστό αναπηρί­ας μικρότερο της προηγούμενης υγειονομικής κρίσης, το ποσό της μηνιαίας δόσης επανυπολογίζεται με τον ίδιο ως άνω τρόπο. Αν το συνταξιοδοτικό δικαίωμα δεν παραταθεί, το υπόλοιπο της οφειλής (κεφάλαιο και προ­σαυξήσεις), όπως αυτή είχε προσδιοριστεί με τιμές που ίσχυαν κατά την ημερομηνία της αίτησης συνταξιοδότη­σης, γνωστοποιείται στον συνταξιούχο και αναζητείται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις. Το ελάχιστο ποσό της μηνιαίας δόσης των περιπτώσεων α' και β' δεν μπορεί να είναι μικρότερο από πενήντα (50) ευρώ.».

Άρθρο 41

Εισφορά υπέρ συλλογικών οργάνων

συνταξιούχων

  1. Η παράγραφος 1 του άρθρου 102 του ν. 4387/2016 αντικαθίσταται ως εξής:

«1. Θεσπίζεται μηνιαία εισφορά 0,20 ευρώ, η οποία παρακρατείται από τις καταβαλλόμενες κύριες συντάξεις και αποδίδεται από τον ΕΦΚΑ στις δικαιούχες συνταξιου- χικές οργανώσεις με σκοπό την οικονομική τους ενίσχυ­ση. Η μηνιαία εισφορά αποδίδεται σε Ειδικό Λογαριασμό που τηρείται στον ΕΦΚΑ με σκοπό την οικονομική ενί­σχυση των δικαιούχων συνταξιουχικών οργανώσεων.».

  1. Στον λογαριασμό της παραγράφου 1 μεταφέρο­νται, εντός δύο (2) μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος, τα ποσά που έχουν συγκεντρωθεί στον Ειδικό Λογαριασμό του ΟΑΕΔ με την επωνυμία «ΟΑΕΔ/ΕΙΣΦ. ΥΠΕΡ ΣΥΛΛ. ΟΡΓ. ΣΥΝΤΑΞ.» που τηρείται στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος.
  2. Η παράγραφος 3 του άρθρου 102 του ν. 4387/2016 αντικαθίσταται ως εξής:

«3. Τα ποσά που συγκεντρώνονται από την παρακρά­τηση αποδίδονται στις συνταξιουχικές οργανώσεις με σκοπό την κάλυψη των λειτουργικών τους δαπανών, όπως δαπάνες στέγασης, λογαριασμοί κοινής ωφέλειας, μισθοδοσία προσωπικού, έξοδα για την έκδοση εντύπων ενημερωτικών, καθώς και την εν γένει ενίσχυσή τους και την κάλυψη εξόδων για ανάπτυξη πολιτιστικών, κοινω­νικών και πνευματικών δραστηριοτήτων προς όφελος των συνταξιούχων που εκπροσωπούν.

Σε κάθε συνταξιουχική οργάνωση αποδίδεται ποσό ανάλογο με τον αριθμό των συνταξιούχων του κλάδου, του εργασιακού χώρου ή της ιδιότητας που εκπροσωπεί, με την προϋπόθεση ότι, γίνεται παρακράτηση της εισφο­ράς αυτής από την κύρια σύνταξή τους, όπως προκύπτει από στοιχεία της ΗΔΙΚΑ Α.Ε. ή του ΕΦΚΑ. Προς τον σκοπό αυτόν, κάθε συνταξιουχική οργάνωση υποβάλλει σχετι­κή αίτηση προς τον ΕΦΚΑ και καταθέτει το πρακτικό των αρχαιρεσιών της.

Ως δικαιούχες συνταξιουχικές οργανώσεις ορίζονται:

α) Οι Ομοσπονδίες του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα.

β) Τα Σωματεία του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα που είναι αντιπροσωπευτικά του κλάδου, εφόσον έχουν πανελλήνια εμβέλεια. Στα σωματεία για τα οποία δεν υφίσταται στον αντίστοιχο εργασιακό κλάδο, εργασι­ακό χώρο ή ιδιότητα, Ομοσπονδία, η κατανομή γίνε­ται βάσει του αριθμού των εγγεγραμμένων μελών και όχι βάσει του αριθμού των συνταξιούχων του οικείου κλάδου.

γ) Σε συνταξιουχικές οργανώσεις για τις οποίες πα­ρακρατείται ειδική εισφορά, σύμφωνα με άλλες ειδικές ή καταστατικές διατάξεις ενώ ταυτόχρονα γίνεται και η παρακράτηση του παρόντος, η κατανομή γίνεται βάσει του αριθμού των εγγεγραμμένων μελών και όχι βάσει του αριθμού των συνταξιούχων του οικείου κλάδου. Στη συμμετοχή βάσει του αριθμού των εγγεγραμμένων μελών δύναται να συμμετάσχουν και Ομοσπονδίες ή υπερκείμενες αυτών Ενώσεις, μετά από απόφαση του Διοικητικού τους Συμβουλίου, στην οποία γίνεται δεκτό ότι, στα μέλη τους γίνεται η παρακράτηση της παρα­γράφου 1.

Από τη συμμετοχή στη διαδικασία κατανομής απο­κλείονται:

α) Τα Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.) που βρίσκονται υπό την εποπτεία του Δημοσίου και πηγή χρηματοδότησής τους αποτελούν υποχρεωτικές εισφο­ρές των μελών τους.

β) Συνταξιουχικές οργανώσεις που εκπροσωπούν συνταξιούχους οι οποίοι δεν προέρχονται από προσδι­ορισμένους και συγκεκριμένους εργασιακούς κλάδους, χώρους ή ιδιότητες.

Στις δικαιούχες συνταξιουχικές οργανώσεις κατανέμε­ται το ογδόντα τοις εκατό (80%) του συνολικού ποσού που κατατίθεται στον λογαριασμό κάθε έτους. Το υπό­λοιπο ποσό παραμένει ως αποθεματικό στον λογαρια­σμό και χρησιμοποιείται για τυχόν οικονομική ενίσχυση συνταξιουχικών οργανώσεων που δεν συμπεριλαμβά­νονται στις τακτικές ενισχύσεις για οποιονδήποτε λόγο, ενώ πληρούσαν τις προϋποθέσεις, καθώς και για την τροποποίηση των αρχικών κατανομών κάθε φορά που αυτό κρίνεται αναγκαίο.

Η ρύθμιση αυτή δεν εφαρμόζεται σε συνταξιούχους του πρώην ΟΑΕΕ (ΤΕΒΕ-ΤΑΕ-ΤΣΑ), για τους οποίους ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 69 του ν. 3863/2010 (Α' 115).

Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης θεσπίζονται τα κριτήρια, οι όροι και οι προϋποθέσεις επιλεξιμότητας των δικαιούχων οργανώσεων, η διαδικασία συμμετοχής στην κατανομή, τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.».

 

Άρθρο 45

Ενίσχυση και προστασία των ελεγκτικών

μηχανισμών του ΕΦΚΑ

  1. Στην παράγραφο 1 του άρθρου 33 του ν. 4578/2018 (Α' 200) μετά από τις λέξεις «Οι ελεγκτές των Περιφερεια­κών Ελεγκτικών Κέντρων Ασφάλισης (ΠΕΚΑ) του Ενιαίου Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης (ΕΦΚΑ)» προστίθενται, με ισχύ από 3.12.2018, οι λέξεις «και οι υπάλληλοι του ΕΦΚΑ που διενεργούν ή συνδράμουν στη διενέργεια ελέγχων».
  2. Η παράγραφος 11 του άρθρου 33 του ν. 4578/2018 αντικαθίσταται από τότε που ίσχυσε ως εξής:

«11. Οι διατάξεις της παραγράφου 3 του άρθρου 14, των παραγράφων 2, 4 έως 8 και 15 του άρθρου 17, του άρθρου 20Α και της παραγράφου 4 του άρθρου 28 του ν. 3996/2011 (Α' 170) εφαρμόζονται αναλογικά και για τους ελεγκτές των ΠΕΚΑ και τους υπαλλήλους του ΕΦΚΑ που διενεργούν ή συνδράμουν στη διενέργεια ελέγχων.».

ΜΕΡΟΣ Β'

ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ ΠΡΟΣ ΤΗ ΦΟΡΟΛΟΓΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΣΗ

Άρθρο 98

Οφειλές που υπάγονται στη ρύθμιση, πλήθος δόσεων, απαλλαγές τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής

  1. Βεβαιωμένες οφειλές στις Δ.Ο.Υ., τα Ελεγκτικά Κέντρα και τα Τελωνεία, σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013, Α' 170), τον Κώδικα Είσπρα­ξης Δημοσίων Εσόδων (ν.δ. 356/1974, Α' 90, Κ.Ε.Δ.Ε.), τον Εθνικό Τελωνειακό Κώδικα (ν. 2960/2001, Α' 265) και τον Ενωσιακό Τελωνειακό Κώδικα (Καν. 952/2013 του Ευρω­παϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου) δύνανται να ρυθ­μίζονται με καταρχήν άπαξ απαλλαγή ποσοστού δέκα τοις εκατό (10%) από τους τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν κατά την ημερομηνία της αίτησης για υπαγωγή, σε έως και εκατόν είκοσι (120) δόσεις, για τα φυσικά και νομικά πρόσωπα ή οντότητες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα και σε έως και τριάντα έξι (36) δόσεις, για τα νομικά πρόσωπα ή οντό­τητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα, κατόπιν αίτησης του οφειλέτη, εφόσον έχουν καταστεί ληξιπρόθεσμες έως και την 31.12.2018 και έχουν καταχωριστεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων των Δ.Ο.Υ./Ελεγκτικών Κέντρων/ Τελωνείων μέχρι την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθμιση, ως ακολούθως:
  2. A. Φυσικά πρόσωπα:

α. Για οφειλέτες φυσικά πρόσωπα με συνολικό εισόδη­μα (ατομικό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγ­ματικό) κατά το φορολογικό έτος 2017 μέχρι δέκα χιλιά­δες (10.000) ευρώ χορηγείται δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους σε έως και εκατόν είκοσι (120) δόσεις, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης της παραγράφου 2. Για τους ως άνω οφειλέτες με εισόδημα άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ο αριθμός των δόσεων καθορίζεται από τη Φορολογική Διοίκηση με βάση το συνολικό εισόδημα (ατομικό, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, πραγματικό) του οφειλέτη κατά το φορολογικό έτος 2017 και το ύψος της ρυθμιζόμενης οφειλής, ως εξής: το συνολικό εισόδημα του φορολο­γικού έτους 2017 πολλαπλασιάζεται τμηματικά με προ­οδευτικά κλιμακωτό συντελεστή, όπως αυτός ορίζεται στο επόμενο εδάφιο. Για τμήμα εισοδήματος: αα) από 10.000,01 ευρώ έως 15.000 στή τέσσερα τοις εκατό (4%),

ββ) από 15.000,01 ευρώ έως 20.000 στή έξι τοις εκατό (6%),

γγ) από 20.000,01 ευρώ έως 25.000 στή οκτώ τοις εκατό (8%),

δδ) από 25.000,01 ευρώ έως 30.000 στή δέκα τοις εκατό (10%),

εε) από 30.000,01 ευρώ έως 50.000 στή δώδεκα τοις εκατό (12%),

στστ) από 50.000,01 ευρώ έως 75.000 ευρώ με συντε­λεστή δεκαπέντε τοις εκατό (15%),

ζζ) από 75.000,01 ευρώ έως 100.000 ευρώ με συντε­λεστή είκοσι τοις εκατό (20%),

ηη) πάνω από 100.000 ευρώ με συντελεστή είκοσι πέ­ντε τοις εκατό (25%).

Ο ανωτέρω συντελεστής μειώνεται κατά μία ποσοστι­αία μονάδα, ανάλογα με τον αριθμό των εξαρτώμενων τέκνων του οφειλέτη, όπως αυτά ορίζονται στην παρά­γραφο 1 του άρθρου 11 του ν. 4172/2013, ως εξής: αα) κατά μία (1) μονάδα για ένα (1) τέκνο, ββ) κατά δύο (2) μονάδες για δύο (2) τέκνα, γγ) κατά τρεις (3) μονάδες για τρία (3) τέκνα και άνω. Το προκύπτον άθροισμα των γινομένων των τμημά­των του εισοδήματος με τους αντίστοιχους συντελεστές αναγόμενο σε μηνιαία βάση διαιρεί το ποσό της ρυθμι­ζόμενης οφειλής. Το πλήθος των δόσεων προκύπτει από το ακέραιο μέρος του πηλίκου της διαίρεσης αυτής, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης της παραγράφου 2.

β. Για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι απαραίτητη η υποβολή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος της τελευταίας πενταετίας με τελευταίο έτος το φορολογικό έτος 2017. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης δεν είχε υπο­χρέωση υποβολής δήλωσης φορολογίας εισοδήματος κατά το φορολογικό έτος 2017, χορηγείται το μέγιστο πλήθος δόσεων, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης της παραγράφου 2. Στην αίτη­ση υπαγωγής αναγράφονται το έτος ή τα έτη εντός της ανωτέρω πενταετίας για τα οποία ο οφειλέτης δεν είχε υποχρέωση υποβολής δήλωσης.

γ. Εάν ο οφειλέτης επιλέξει πριν από την υπαγωγή της οφειλής του στη ρύθμιση να καταβάλει την οφειλή του σε μικρότερο πλήθος δόσεων από αυτό που προτείνεται
από τη Φορολογική Διοίκηση, δικαιούται μείωσης των προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, σε συνάρτηση με το ποσοστό απομείωσης του πλήθους δό­σεων που επιλέγεται από τον φορολογούμενο, το οποίο υπολογίζεται στην πλησιέστερη ακέραιη μονάδα, ως εξής: αα) για ποσοστό απομείωσης δόσεων είκοσι τοις εκατό (20%), χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό δεκαπέντε τοις εκατό (15%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

ββ) για ποσοστό απομείωσης δόσεων τριάντα τοις εκατό (30%) χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυ­ξήσεων κατά ποσοστό είκοσι πέντε τοις εκατό (25%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

γγ) για ποσοστό απομείωσης δόσεων σαράντα τοις εκατό (40%) χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυ­ξήσεων κατά ποσοστό τριάντα πέντε τοις εκατό (35%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

δδ) για ποσοστό απομείωσης δόσεων πενήντα τοις εκατό (50%) χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυ­ξήσεων κατά ποσοστό σαράντα πέντε τοις εκατό (45%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

εε) για ποσοστό απομείωσης δόσεων εξήντα τοις εκα­τό (60%) χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυξήσεων κατά ποσοστό πενήντα πέντε τοις εκατό (55%), συμπε­ριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

στστ) για ποσοστό απομείωσης δόσεων εβδομήντα τοις εκατό (70%) χορηγείται απαλλαγή τόκων και προ­σαυξήσεων κατά ποσοστό εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

ζζ) για ποσοστό απομείωσης δόσεων ογδόντα τοις εκατό (80%) χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυ­ξήσεων κατά ποσοστό ογδόντα πέντε τοις εκατό (85%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1,

ηη) για ποσοστό απομείωσης δόσεων ενενήντα τοις εκατό (90%), χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυξή­σεων κατά ποσοστό ενενήντα τοις εκατό (90%), συμπε­ριλαμβανομένου του ποσοστού απαλλαγής του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1 και

θθ) σε περίπτωση που ο οφειλέτης εξοφλήσει εφάπαξ την οφειλή του, χορηγείται απαλλαγή τόκων και προσαυ­ξήσεων κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%).

Στην περίπτωση που ο οφειλέτης επιλέξει σε οποιο­δήποτε στάδιο της ρύθμισης την εφάπαξ εξόφληση του υπολοίπου αριθμού των δόσεων των ρυθμισμένων οφειλών ή τη μετάπτωση σε μικρότερο αριθμό δόσεων, τυγχάνει απαλλαγής επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, σε ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια της παρούσας περίπτωσης.

δ. Ο αριθμός των δόσεων που προτείνεται από τη Φο­ρολογική Διοίκηση, για τα πρόσωπα της περίπτωσης Α της παραγράφου 1, δεν μπορεί να είναι μικρότερος των δεκαοκτώ (18), με την επιφύλαξη της εφαρμογής των διατάξεων της παραγράφου 2. Για το ποσοστό απαλ­λαγής τόκων και προσαυξήσεων λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός των δόσεων, όπως καθορίζεται σύμφωνα με την περίπτωση γ', πριν την εφαρμογή των οριζομένων στο προηγούμενο εδάφιο.

  1. B. Νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες μη κερδο­σκοπικού χαρακτήρα:

Για οφειλέτες νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, με συνολικό εισόδημα (φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο) κατά το φορολογικό έτος 2017 μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ χορηγείται δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους σε έως και εκατόν είκοσι (120) δόσεις, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης της παραγράφου 2. Για τους ως άνω οφειλέτες με εισόδημα άνω των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, ο αριθμός των δόσεων καθορί­ζεται από τη Φορολογική Διοίκηση με βάση το συνολικό εισόδημα, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, του νο­μικού προσώπου/οντότητας κατά το φορολογικό έτος 2017 και το ύψος της ρυθμιζόμενης οφειλής, ως εξής: το συνολικό εισόδημα του φορολογικού έτους 2017 πολ­λαπλασιάζεται τμηματικά με προοδευτικά κλιμακωτό συντελεστή, όπως αυτός ορίζεται στην υποπερίπτωση α' της περίπτωσης Α; με την εξαίρεση των νομικών προ­σώπων που έχουν προβεί σε διακοπή εργασιών, για τα οποία ως τελευταίο έτος της πενταετίας, θεωρείται το φορολογικό έτος διακοπής εργασιών.

Το προκύπτον άθροισμα των γινομένων των τμημά­των του εισοδήματος με τους αντίστοιχους συντελεστές αναγόμενο σε μηνιαία βάση διαιρεί το ποσό της ρυθ­μιζόμενης οφειλής. Το πλήθος των δόσεων προκύπτει από το ακέραιο μέρος του πηλίκου της διαίρεσης αυτής, υπό τους περιορισμούς της υποπερίπτωσης δ' της περί­πτωσης Α' της παρούσας παραγράφου και της παραγρά­φου 2. Εάν ο οφειλέτης επιλέξει να καταβάλει την οφειλή του σε μικρότερο πλήθος δόσεων από αυτό που καθο­ρίζεται από τη Φορολογική Διοίκηση, εφαρμόζονται τα οριζόμενα στην υποπερίπτωσης γ' της περίπτωσης Α' της παρούσας παραγράφου.

Αν οι ανωτέρω οφειλέτες έχουν προβεί σε διακοπή εργασιών, ως συνολικό εισόδημα για τον υπολογισμό του αριθμού των δόσεων λαμβάνεται υπόψη το συνο­λικό εισόδημα, φορολογούμενο ή απαλλασσόμενο, του φορολογικού έτους διακοπής εργασιών.

Για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι απαραίτητη η υποβολή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος της τελευταίας πενταετίας με τελευταίο έτος το φορολογικό έτος 2017.

Γ. Νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες κερδοσκοπι­κού χαρακτήρα:

Για οφειλέτες νομικά πρόσωπα ή νομικές οντότητες κερδοσκοπικού χαρακτήρα χορηγείται δυνατότητα ρύθμισης των οφειλών τους σε έως και εικοσιτέσσερις (24) μηνιαίες δόσεις και κατ' εξαίρεση σε έως και τριάντα έξι (36) μηνιαίες δόσεις, εφόσον πρόκειται για οφειλές που βεβαιώνονται από έκτακτη αιτία ή φόρους που καταβάλλονται εφάπαξ, με ταυτόχρονη απαλλαγή από προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής που τις επιβαρύνουν κατά την ημερομηνία της αίτησης υπα­γωγής, σε συνάρτηση με το πλήθος των δόσεων που επιλέγονται, υπό τον περιορισμό του ελάχιστου ποσού μηνιαίας δόσης της παραγράφου 2. Ειδικότερα:

α. Για οφειλές που ρυθμίζονται σε έως και εικοσιτέσ- σερις (24) δόσεις:

αα) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%), εφόσον η οφειλή καταβάλλεται εφάπαξ, ββ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε δύο (2) έως και έξι (6) μηνιαίες δόσεις, γγ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε επτά (7) έως και δώδεκα (12) μηνιαίες δόσεις,

δδ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε δεκατρείς (13) έως και δεκαοκτώ (18) μηνιαίες δόσεις,

εε) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε δεκαεννέα (19) έως και είκοσι δύο (22) μηνιαίες δόσεις.

β. Για οφειλές που ρυθμίζονται σε έως και τριάντα έξι (36) δόσεις:

αα) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%), εφόσον η οφειλή καταβάλλεται εφάπαξ, ββ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό ογδόντα πέ­ντε τοις εκατό (85%), συμπεριλαμβανομένου του ποσο­στού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε δύο (2) έως και έξι (6) μηνιαίες δόσεις,

γγ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%), συμπεριλαμβανομένου του ποσο­στού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε επτά (7) έως και δώδεκα (12) μηνιαίες δόσεις,

δδ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε δεκατρείς (13) έως και δεκαοκτώ (18) μηνιαίες δόσεις,

εε) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό σαράντα τοις εκατό (40%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε δεκαεννέα (19) έως και είκοσι τέσσερις (24) μηνιαίες δόσεις,

στστ) χορηγείται απαλλαγή κατά ποσοστό είκοσι τοις εκατό (20%), συμπεριλαμβανομένου του ποσοστού του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 1, εφόσον η οφειλή καταβάλλεται σε είκοσι πέντε (25) έως και τριάντα (30) μηνιαίες δόσεις.

Στην περίπτωση που ο οφειλέτης επιλέξει σε οποιο­δήποτε στάδιο της ρύθμισης την εφάπαξ εξόφληση του υπολοίπου αριθμού των δόσεων των ρυθμισμένων οφειλών ή τη μετάπτωση σε μικρότερο αριθμό δόσεων, τυγχάνει απαλλαγής επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων και τόκων εκπρόθεσμης καταβολής, σε ποσοστό ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στα προηγούμενα εδάφια της παρούσας περίπτωσης.

γ. Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές του ίδιου οφειλέτη που μπορούν να ρυθμίζονται, άλλες σε έως και είικοσι τέσσερις (24) και άλλες σε έως και τριάντα έξι (36) μηνιαίες δόσεις, αυτές ρυθμίζονται διακριτά.

δ. Για την υπαγωγή στη ρύθμιση είναι απαραίτητη η υποβολή των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος της τελευταίας πενταετίας με τελευταίο έτος το φορολογι­κό έτος 2017, με την εξαίρεση των νομικών προσώπων που έχουν προβεί σε διακοπή εργασιών, για τα οποία ως τελευταίο έτος της πενταετίας θεωρείται το φορολογικό έτος διακοπής εργασιών.

  1. Το ελάχιστο ποσό μηνιαίας δόσης της ρύθμισης ορί­ζεται σε τριάντα (30) ευρώ.
  2. Με την υπαγωγή στο πρόγραμμα ρύθμισης, συμπε­ριλαμβανομένης και της εφάπαξ καταβολής και υπό την προϋπόθεση της τήρησης αυτού, δεν υπολογίζονται τα πρόστιμα των άρθρων 57 του Κ.Φ.Δ. και 6 του Κ.Ε.Δ.Ε..
  3. Σε περίπτωση που υφίστανται οφειλές που υπάγο­νται στις διατάξεις του παρόντος μέρους και είναι βε­βαιωμένες σε περισσότερες της μίας Δ.Ο.Υ./Ελεγκτικού Κέντρου ή Τελωνείου, αυτές ρυθμίζονται ανά υπηρεσία.
  4. Στη ρύθμιση υπάγεται υποχρεωτικά το σύνολο των ληξιπρόθεσμων έως και τις 31.12.2018 οφειλών που έχουν καταχωρισθεί στα βιβλία εισπρακτέων εσόδων των Δ.Ο.Υ./Ελεγκτικών Κέντρων και Τελωνείων μέχρι την ημερομηνία αίτησης για υπαγωγή σε ρύθμιση και δεν έχουν τακτοποιηθεί κατά νόμιμο τρόπο με αναστολή πληρωμής από οποιαδήποτε αιτία ή άλλη ρύθμιση τμη­ματικής καταβολής βάσει νόμου ή δικαστικής απόφασης ή προσωρινής διαταγής.

Άρθρο 99

Επιβαρύνσεις εκπρόθεσμης καταβολής κατά την υπαγωγή σε ρύθμιση

  1. Βασικές οφειλές που υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθ­μισης του παρόντος αντί των κατά Κ.Ε.Δ.Ε. και κατά Κ.Φ.Δ. τόκων και προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, από την ημερομηνία υπαγωγής τους σε ρύθμιση επιβαρύνο­νται με τόκο που ανέρχεται σε πέντε εκατοστιαίες μονά­δες (5%), ετησίως υπολογισμένο. Κατ' εξαίρεση, βασικές συνολικές οφειλές μέχρι τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ ανά Υπηρεσία που υπάγονται σε πρόγραμμα ρύθμισης του παρόντος δεν επιβαρύνονται πλέον με προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, εφόσον ο οφειλέτης είναι φυσικό πρόσωπο και το συνολικό εισόδημά του δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ.
  2. Η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση αυτής με μηνιαία προσαύξηση που ανέρχε­ται σε δύο εκατοστιαίες μονάδες (2%).

Άρθρο 100

Οφειλές που υπάγονται στη ρύθμιση

προαιρετικά

Στη ρύθμιση του παρόντος Μέρους δύνανται επίσης να υπαχθούν, μετά από επιλογή του οφειλέτη, και οφει­λές της παραγράφου 1 του άρθρου 98, οι οποίες κατά την ημερομηνία της αίτησης τελούν σε αναστολή πληρωμής από οποιαδήποτε αιτία ή έχουν υπαχθεί σε ρύθμιση κατά τις διατάξεις της υποπαραγράφου Α.2 της παραγράφου Α' του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α' 107), του άρθρου 43 του ν. 4174/2013 (Α' 170) ή ρύθμιση κατά τις διατάξεις της παραγράφου 5 του πέμπτου άρθρου του ν. 2275/1994 (Α' 238), η οποία είναι σε ισχύ.

Άρθρο 101

Λοιπά στοιχεία της ρύθμισης

  1. Η ρύθμιση χορηγείται ανά οφειλέτη και για τις οφειλές που έχει ευθύνη καταβολής. Τα αλληλεγγύως ευθυνόμενα πρόσωπα για οφειλές νομικών προσώ­πων υπάγονται για τις οφειλές αυτές στο πρόγραμ­μα ρύθμισης που δύναται να χορηγηθεί στα νομικά πρόσωπα.
  2. Η αίτηση για την υπαγωγή σε πρόγραμμα ρύθμισης του παρόντος Μέρους υποβάλλεται ηλεκτρονικά στη Φορολογική Διοίκηση μέχρι τις 28.6.2019. Μόνο σε πε­ριπτώσεις που υφίσταται τεχνική αδυναμία διαδικτυακής υποστήριξης, η υποβολή αίτησης διενεργείται στην υπη­ρεσία (Δ.Ο.Υ./Ελεγκτικό Κέντρο/Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης/Τελωνείο) ο Προϊστάμενος της οποίας είναι αρμόδιος για την επιδίωξη είσπραξης της οφειλής. Η ανωτέρω προθεσμία δύναται να παρατείνεται με από­φαση του Υπουργού Οικονομικών.

Άρθρο 102

Καταβολή πρώτης δόσης

  1. Για την υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος Μέρους πρέπει να καταβληθεί η πρώτη δόση εντός τριών (3) ερ­γάσιμων ημερών από την ημερομηνία αίτησης υπαγω­γής στη ρύθμιση. Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται έως την τελευταία εργάσιμη ημέρα των επόμενων μηνών από την ημερομηνία αίτησης υπαγωγής στη ρύθμιση. Η κατα­βολή διενεργείται με τη χρήση μοναδικού κωδικού πλη­ρωμής ρύθμισης (Ταυτότητα Ρύθμισης Οφειλής -Τ.Ρ.Ο.) στους φορείς είσπραξης ή στις Δ.Ο.Υ./Ελεγκτικά Κέντρα, όπου αυτό προβλέπεται. Ειδικά για τις τελωνειακές οφει­λές που υπάγονται σε ρύθμιση η καταβολή διενεργείται με τη χρήση Ταυτότητας Πληρωμής είτε στο αρμόδιο Τελωνείο είτε ηλεκτρονικά.
  2. Κατ' εξαίρεση, με την υποβολή από τον οφειλέτη αιτήματος περί υπαγωγής στη ρύθμιση του παρόντος Μέρους, τα αποδιδόμενα ποσά από συμψηφισμούς του άρθρου 83 του ν.δ. 356/1974, από παρακρατή­σεις αποδεικτικού ενημερότητας και βεβαίωσης οφει­λής του άρθρου 12 του ν. 4174/2013 και από μέτρα αναγκαστικής είσπραξης λαμβάνονται υπόψη και για την κάλυψη της πρώτης δόσης της ρύθμισης, εφό­σον εισπράττονται εντός της ανωτέρω προθεσμίας και δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.

Άρθρο 103

Απώλεια ρύθμισης

Η ρύθμιση απόλλυται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου της οφειλής, σύμφωνα με τα στοιχεία της αρχικής βεβαίωσης και την άμεση επιδίωξη της είσπραξής της με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, εάν ο οφειλέτης:

α) δεν καταβάλλει δύο (2) συνεχόμενες μηνιαίες δόσεις της ρύθμισης ή καθυστερήσει την καταβολή των δύο (2) τελευταίων δόσεων της ρύθμισης για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα,

β) δεν υποβάλλει τις προβλεπόμενες δηλώσεις φο­ρολογίας εισοδήματος και του φόρου προστιθέμενης αξίας, καθ' όλο το διάστημα της ρύθμισης των οφειλών του και μέχρι την εξόφλησή της, εντός τριών (3) μηνών το αργότερο από την παρέλευση της προθεσμίας υπο­βολής τους ή εντός τριών (3) μηνών από την ημερομη­νία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος, εφόσον η προθεσμία υποβολής έχει παρέλθει πριν την υπαγωγή σε αυτή,

γ) δεν εξοφλήσει ή τακτοποιήσει κατά νόμιμο τρόπο τις οφειλές του, καθ' όλη τη διάρκεια της ρύθμισης του παρόντος Μέρους, εντός διμήνου από τη λήξη προθε­σμίας καταβολής τους ή εντός διμήνου από την ημερο­μηνία αίτησης για υπαγωγή στη ρύθμιση του παρόντος, εφόσον η προθεσμία καταβολής τους έχει παρέλθει πριν την υπαγωγή σε αυτή.

δ) υποπέσει σε παραβάσεις των περιπτώσεων ι', ια', ιβ', ιε' ή ιστ' της παραγράφου 1 του άρθρου 54 ή της παραγράφου 1 του άρθρου 58Α του ν. 4174/2013 καθ' υποτροπή. Ως υποτροπή νοείται η διαπίστωση με την έκδοση πράξης επιβολής προστίμου εκ νέου διάπραξης οποιασδήποτε παράβασης εκ των ως άνω αναφερομέ­νων από την ένταξη του φορολογούμενου στη ρύθμιση και εφεξής.

Άρθρο 104

Ευεργετήματα από την υπαγωγή στη ρύθμιση

Η υπαγωγή και συμμόρφωση στη ρύθμιση παρέχει στον οφειλέτη τα ακόλουθα ευεργετήματα:

α) χορηγείται αποδεικτικό ενημερότητας, σύμφω­να με τα οριζόμενα στις διατάξεις του άρθρου 12 του ν. 4174/2013,

β) αναβάλλεται η εκτέλεση της ποινής του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 ή, εφόσον άρχισε η εκτέλεσή της, δια­κόπτεται. Κατά το χρονικό διάστημα ισχύος της ρύθμισης αναστέλλεται η παραγραφή του ποινικού αδικήματος, κατά παρέκκλιση των χρονικών περιορισμών του άρ­θρου 113 του Ποινικού Κώδικα και

γ) αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακινήτων. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες, τα αποδιδόμε­να όμως ποσά από αυτές λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της ρύθμισης, εφόσον δεν πι­στώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις. Αν ο οφειλέτης απολέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.

Άρθρο 105

Δικαιώματα του Δημοσίου

Το Δημόσιο διατηρεί το δικαίωμα και μετά τη συμμόρ­φωση του οφειλέτη στη ρύθμιση τμηματικής καταβολής που του χορηγήθηκε:

α) να εγγράφει υποθήκες σε περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη, των συνυπόχρεων προσώπων ή των εγγυητών, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη,

β) να μην χορηγεί αποδεικτικό ενημερότητας για μετα­βίβαση ακινήτου ή σύσταση εμπράγματου δικαιώματος επ' αυτού στα πρόσωπα της προηγούμενης υποπερίπτω­σης, ακόμη και αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις χορήγη­σης αυτού, εφόσον η οφειλή δεν είναι ασφαλισμένη, σύμ­φωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 12 του ν. 4174/2013, γ) να προβαίνει σε συμψηφισμό των χρηματικών απαι­τήσεων του οφειλέτη κατά του Δημοσίου και μέχρι του ύψους των οφειλών, κατά τις διατάξεις του άρθρου 83 του Κ.Ε.Δ.Ε..

Άρθρο 106

Πίστωση ποσών από παρακράτηση ή συμψηφισμό ή πράξεις εκτέλεσης

Τα ποσά που εισπράττονται κατά τη διάρκεια της ρύθμισης από την παρακράτηση ποσοστού απαίτησης του οφειλέτη λόγω της χορήγησης αποδεικτικού ενη­μερότητας και βεβαίωσης οφειλής του άρθρου 12 του ν. 4174/2013 ή κατόπιν συμψηφισμού του άρθρου 83 του ν.δ. 356/1974 καλύπτουν δόση ή δόσεις της χορηγη­θείσας ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται διαφορετικά.

Ομοίως, τα αποδιδόμενα ποσά από πράξεις εκτέλεσης, λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της χορηγηθείσας ρύθμισης, εφόσον εισπράττονται κατά τη διάρκεια αυτής και δεν πιστώνονται διαφορετικά κατά τις κείμενες διατάξεις.

Άρθρο 107

Παραγραφή οφειλών

Η παραγραφή των οφειλών για τις οποίες υποβάλλεται αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση αναστέλλεται καθ' όλη τη διάρκεια ισχύος της ρύθμισης και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα (1) έτος από τη λήξη αυτής.

Άρθρο 108

Εξαιρέσεις

Εξαιρούνται και δεν υπάγονται στη ρύθμιση: α) Οφειλές που έχουν υπαχθεί σε νομοθετική ρύθμιση κατά τις διατάξεις των άρθρων 1 έως 17 του ν. 4321/2015 (Α' 32) ή του άρθρου 51 του ν. 4305/2014 (Α' 237), η οποία ρύθμιση απωλέσθη μετά την κατάθεση του παρόντος νόμου.

β) Οφειλές που έχουν υπαχθεί σε σύμβαση/ρύθμιση με τη Φορολογική Διοίκηση, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4469/2017 (Α' 62) και η οποία ρύθμιση απωλέσθη μετά την κατάθεση του παρόντος νόμου.

γ) Οφειλέτες που κατά το χρόνο υπαγωγής έχουν κα­ταδικαστεί με αμετάκλητη δικαστική απόφαση για φο­ροδιαφυγή ή λαθρεμπορία.

δ) Οφειλές, οι οποίες δεν δύνανται να ρυθμίζονται σύμ­φωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 22 του ν. 4002/2011 (Α' 180) και αφορούν σε ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων που χορηγήθηκαν με τη σύσταση ειδικών αφορολόγητων αποθεματικών ή που δεν δύνα­νται να ρυθμίζονται σύμφωνα με άλλες διατάξεις.

Άρθρο 109

Καθορισμός ειδικότερων θεμάτων και

λεπτομερειών

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Δι­οικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων μπο­ρούν να ορίζονται οι λεπτομέρειες για την εφαρμογή της ρύθμισης του παρόντος μέρους.

ΜΕΡΟΣ Γ'

ΡΥΘΜΙΣΗ ΟΦΕΙΛΩΝ ΠΡΟΣ Ο.Τ.Α. Α' ΒΑΘΜΟΥ

Άρθρο 110

Πεδίο εφαρμογής

  1. Οφειλές προς τους Δήμους και τα νομικά τους πρό­σωπα, που έχουν βεβαιωθεί ή θα βεβαιωθούν έως και δύο (2) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος, μπορεί, ύστερα από αίτηση του οφειλέτη προς την αρμόδια για την είσπραξή τους υπηρεσία του οικείου δήμου ή του νομικού του προσώπου, να ρυθμίζονται και να καταβάλλονται με απαλλαγή κατά ποσοστό από τις κατά ΚΕΔΕ προσαυξήσεις και τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, καθώς και από τα πρόστιμα λόγω εκπρόθε­σμης υποβολής ή μη υποβολής ή ανακριβούς δήλωσης ή λόγω μη καταβολής τέλους, ως εξής:

α) αν εξοφληθούν εφάπαξ, με απαλλαγή κατά ποσοστό εκατό τοις εκατό (100%),

β) αν εξοφληθούν σε δύο (2) έως είκοσι τέσσερις (24) δόσεις, με απαλλαγή κατά ποσοστό ογδόντα τοις εκατό (80 %),

γ) αν εξοφληθούν σε εικοσιπέντε (25) έως σαράντα οκτώ (48) δόσεις, με απαλλαγή κατά ποσοστό εβδομήντα τοις εκατό (70%),

δ) αν εξοφληθούν σε σαράντα εννέα (49) έως εβδομή­ντα δύο (72) δόσεις, με απαλλαγή κατά ποσοστό εξήντα τοις εκατό (60%),

ε) αν εξοφληθούν σε εβδομήντα τρεις (73) έως εκατό (100) δόσεις, με απαλλαγή κατά ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%).

  1. Στη ρύθμιση της παραγράφου 1 μπορεί, επίσης, να υπάγονται και οφειλές που κατά την ημερομηνία υπο­βολής της αίτησης:

α) τελούν σε αναστολή, διοικητική ή εκ του νόμου, β) έχουν υπαχθεί σε προηγούμενη ρύθμιση ή διευκό­λυνση τμηματικής καταβολής, η οποία είναι σε ισχύ, με απώλεια των ευεργετημάτων της προηγούμενης ρύθμι­σης και χωρίς η υπαγωγή τους να συνεπάγεται επιστρο­φή καταβληθέντων ποσών,

γ) δεν έχουν βεβαιωθεί, επειδή εκκρεμεί για αυτές δι­καστική αμφισβήτηση σε οποιονδήποτε βαθμό, εφόσον, στην τελευταία περίπτωση, ο οφειλέτης παραιτηθεί από τα ασκηθέντα ένδικα βοηθήματα ή μέσα. Αν με το ένδι­κο βοήθημα είχε υποβληθεί και αίτημα συμβιβαστικής επίλυσης της διαφοράς, η ανωτέρω παραίτηση κατα­λαμβάνει και το αίτημα αυτό. Βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου, όπου εκκρεμούσε η υπόθεση, ότι έχει υποβληθεί παραίτηση, επισυνάπτεται στην αίτηση υπα­γωγής στη ρύθμιση.

Άρθρο 111

Προθεσμία υποβολής αίτησης

Η αίτηση του οφειλέτη για την υπαγωγή στη ρύθμιση υποβάλλεται το αργότερο μέσα σε τέσσερις (4) μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Άρθρο 112

Αρμόδια όργανα - Καταβολή δόσεων

  1. Η ρύθμιση χορηγείται με απόφαση που εκδίδεται από τα αρμόδια κατά περίπτωση όργανα της παραγρά­φου 2 του άρθρου 170 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτή­των (ν. 3463/2006, Α' 114). Οι αποφάσεις για υπαγωγή στη ρύθμιση δεν εμπίπτουν στους περιορισμούς της παραγράφου 6 του άρθρου 93 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων και της παραγράφου 5 του άρθρου 65 του ν. 3852/2010 (Α' 87).
  2. Οι δόσεις είναι μηνιαίες και ισόποσες πλην της τε­λευταίας που μπορεί να είναι μικρότερη των υπολοίπων. Κάθε δόση, πλην της τελευταίας, δεν μπορεί να είναι μι­κρότερη των είκοσι (20) ευρώ.
  3. Η ρυθμιζόμενη οφειλή εξοφλείται εφάπαξ ή η πρώτη δόση της καταβάλλεται μέσα σε τρεις (3) εργάσιμες ημέ­ρες από την ημέρα υπαγωγής στη ρύθμιση, διαφορετικά η ρύθμιση καταργείται αυτοδικαίως. Οι επόμενες δόσεις καταβάλλονται μέχρι την τελευταία εργάσιμη ημέρα του αντίστοιχου μήνα, χωρίς να απαιτείται ιδιαίτερη ειδοποί­ηση του οφειλέτη.
  4. Η καθυστέρηση καταβολής δόσης συνεπάγεται την επιβάρυνση με μηνιαία προσαύξηση πέντε τοις εκατό (5%) επί του ποσού της δόσης, από την επομένη της ημέρας που όφειλε αυτή να καταβληθεί.
  5. Εφόσον ο οφειλέτης, σε οποιοδήποτε στάδιο της ρύθμισης, εξοφλήσει εφάπαξ τις υπόλοιπες δόσεις των ρυθμισμένων οφειλών, παρέχεται απαλλαγή κατά ποσο­στό επί του εναπομείναντος ποσού των προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής και των προστίμων, ίσο με αυτό που αντιστοιχεί στον αριθμό των μηνιαίων δόσεων που τελικά διαμορφώνεται, με αντίστοιχη τροποποίηση της απόφασης του αρμόδιου οργάνου της παραγράφου 1.

Άρθρο 113

Άρση της δέσμευσης χορήγησης αποδεικτικού

φορολογικής ενημερότητας

Κατά τη διάρκεια της ρύθμισης, εφόσον δεν συντρέ­χουν οι προϋποθέσεις δέσμευσης χορήγησης αποδει­κτικού φορολογικής ενημερότητας από άλλη αιτία και ο οφειλέτης έχει καταβάλει:

α) το πέντε τοις εκατό (5%) της ρυθμιζόμενης οφειλής του, για οφειλή μέχρι πέντε χιλιάδες (5.000) ευρώ,

β) το δέκα τοις εκατό (10%) της ρυθμιζόμενης οφειλής του, για οφειλή από πέντε χιλιάδες και ένα λεπτό του ευρώ (5.000,01) μέχρι δέκα χιλιάδες (10.000) ευρώ,

γ) το είκοσι τοις εκατό (20 %) της ρυθμιζόμενης οφει­λής του, για οφειλή δέκα χιλιάδες και ένα λεπτό του ευρώ (10.000,01) και πάνω,

ο Δήμος προβαίνει σε εντολή άρσης της δέσμευσης αυτής προς την αρμόδια Δ.Ο.Υ. και σε εντολή για επα- ναδέσμευση σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής έστω και μίας από τις δόσεις.

Άρθρο 114

Αναστολή αναγκαστικών μέτρων και μέτρων

εκτέλεσης

Με την καταβολή της πρώτης δόσης αναστέλλεται η λήψη αναγκαστικών μέτρων και η συνέχιση της διαδι­κασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης επί κινητών ή ακι­νήτων, με την προϋπόθεση ότι η εκτέλεση αφορά μόνο χρέη που ρυθμίζονται με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους. Η αναστολή αυτή δεν ισχύει για κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί στα χέρια τρίτων ή έχουν εκδοθεί οι σχετικές παραγγελίες, τα αποδιδόμενα όμως ποσά από αυτές λαμβάνονται υπόψη για την κάλυψη δόσης ή δόσεων της ρύθμισης, εφόσον δεν πιστώνονται με άλλες οφειλές που δεν έχουν ρυθμιστεί. Στις περιπτώσεις του προηγούμενου εδαφίου είναι δυνατή ύστερα από αίτηση του οφειλέτη η άρση της κατάσχεσης στα χέρια τρίτων, εφόσον εξοφληθεί το είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) της οφειλής που έχει υπαχθεί στη ρύθμιση. Ποσά που απο­δίδονται από επιβληθείσες κατασχέσεις στα χέρια τρίτων πέραν του ανωτέρω ποσοστού δεν επιστρέφονται. Αν ο οφειλέτης απολέσει το ευεργέτημα της ρύθμισης, τα μέτρα που έχουν ανασταλεί συνεχίζονται.

Άρθρο 115

Αναστολή παραγραφής οφειλών

Η παραγραφή των οφειλών, για τις οποίες υποβάλλε­ται αίτηση υπαγωγής στη ρύθμιση, αναστέλλεται από την ημερομηνία υποβολής της αίτησης αυτής και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που αφορά η ρύθμιση, ανεξαρτήτως καταβολής οποιουδήποτε ποσού και δεν συμπληρώνεται πριν παρέλθει ένα (1) έτος από την ημε­ρομηνία καταβολής της τελευταίας δόσης αυτής.

Άρθρο 116

Δυνατότητα υπαγωγής συνοφειλετών

Πρόσωπα που ευθύνονται, μαζί με τον οφειλέτη, για την καταβολή μέρους της οφειλής μπορούν να υπαχθούν στη ρύθμιση μόνο για το μέρος αυτό.

Άρθρο 117

Απώλεια ρύθμισης

Η ρύθμιση της οφειλής καταργείται, με συνέπεια την υποχρεωτική άμεση καταβολή του υπολοίπου της οφει­λής, σύμφωνα με τα στοιχεία της αρχικής βεβαίωσης και την άμεση επιδίωξη της είσπραξής του με όλα τα προβλεπόμενα από την ισχύουσα νομοθεσία μέτρα, αν ο οφειλέτης:

α) δεν καταβάλλει τρείς (3) συνεχόμενες δόσεις ή κα­θυστερήσει την καταβολή της τελευταίας δόσης για χρο­νικό διάστημα μεγαλύτερο των τριών (3) μηνών,

β) δεν υποβάλλει στον Δήμο τις προβλεπόμενες δη­λώσεις για την επιβολή του τέλους επί των ακαθάριστων εσόδων και του τέλους παρεπιδημούντων, μαζί με τις περιοδικές δηλώσεις Φ.Π.Α. και το εκκαθαριστικό Φ.Π.Α.,

γ) έχει υποβάλλει αναληθή στοιχεία προκειμένου να του χορηγηθεί η ρύθμιση.

 

Άρθρο 120

Χορήγηση 13ης σύνταξης

  1. Στους δικαιούχους κύριας σύνταξης λόγω γήρατος, αναπηρίας και θανάτου, στους δικαιούχους προσυντα- ξιοδοτικής παροχής και στους δικαιούχους επιδομάτων σύνταξης με αιτία την αναπηρία χορηγείται, από το έτος 2019 και για κάθε επόμενο έτος, δέκατη τρίτη (13η) σύ­νταξη. Τη 13η σύνταξη δικαιούνται όσοι λαμβάνουν σύνταξη ή προσυνταξιοδοτική παροχή την 1η Μαΐου του έτους χορήγησής της, καθώς και όσοι δικαιώνονται την καταβολή κύριας σύνταξης ή προσυνταξιοδοτικής παροχής εφόσον το συνταξιοδοτικό τους δικαίωμα ανα­τρέχει στην ίδια ημερομηνία. Δικαιούχοι της 13ης σύντα­ξης είναι και οι ανασφάλιστοι υπερήλικες των άρθρων 1 έως 3 του ν. 1296/1982 (Α' 128), της περίπτωσης 5 της υποπαραγράφου ΙΑ.6 της παραγράφου ΙΑ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α' 222) και του άρθρου 93 του ν. 4387/2016 (Α' 85).
  2. Το ποσό της 13ης σύνταξης καθορίζεται ανάλογα με το ποσό της ακαθάριστης μηνιαίας κύριας σύνταξης ή της προσυνταξιοδοτικής παροχής ή του ακαθάριστου ποσού που χορηγείται από τον ΟΠΕΚΑ μηνός Μαΐου του έτους χορήγησής της, ως εξής:

α) Για ποσό έως και 500,00 ευρώ, σε ποσοστό 100%.

β) Για ποσό από 500,01 έως και 600,00 ευρώ, σε πο­σοστό 70%.

γ) Για ποσό από 600,01 έως και 1.000,00 ευρώ, σε πο­σοστό 50%.

δ) Για ποσό από 1.000,01 ευρώ και άνω, σε ποσοστό 30%.

Αν το ίδιο πρόσωπο δικαιούται περισσότερες από μία κύριες συντάξεις ή προσυνταξιοδοτική παροχή ή/και επίδομα σύνταξης με αιτία την αναπηρία, το ποσό της 13ης σύνταξης καθορίζεται με βάση το άθροισμά τους.

  1. Η 13η σύνταξη δεν κατάσχεται στα χέρια του Δημο­σίου ή τρίτων, κατά παρέκκλιση κάθε γενικής ή ειδικής διάταξης, δεν συμψηφίζεται με βεβαιωμένα χρέη προς τη φορολογική διοίκηση και το Δημόσιο εν γένει, τους Ο.Τ.Α. α' και β' βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, τα ασφαλιστικά ταμεία και τα πιστωτικά ιδρύματα, υπόκει­ται στις κατά νόμο προβλεπόμενες κρατήσεις και κατα­βάλλεται εντός του μηνός Μαΐου κάθε έτους.
  2. Με απόφαση των Υπουργών Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Οικονομι­κών δύναται να αυξάνονται τα ποσοστά της παραγρά­φου 2, να ανακαθορίζεται ο χρόνος καταβολής της 13ης σύνταξης και να ρυθμίζεται κάθε άλλη αναγκαία λεπτο­μέρεια για την εφαρμογή του παρόντος.

Άρθρο 121

Αντικατάσταση του Παραρτήματος III

του Κώδικα Φ.Π.Α.

  1. Το Παράρτημα III του Κώδικα Φόρου Προστιθέμε­νης Αξίας, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2859/2000 (Α' 248), αντικαθίσταται ως ακολούθως:

«Παράρτημα III

ΑΓΑΘΑ ΚΑΙ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΠΟΥ ΥΠΑΓΟΝΤΑΙ

ΣΕ ΜΕΙΩΜΕΝΟ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΗ

(παράγραφος 1 του άρθρου 21)

Α. ΑΓΑΘΑ

Οι δασμολογικές κλάσεις του Παραρτήματος αυτού τέθηκαν, όπως αυτές αναφέρονται στη Συνδυασμένη Ονοματολογία που καθορίστηκε με τον Κανονισμό (ΕΟΚ) αριθμ. 2658/87 του Συμβουλίου της 23ης Ιουλίου 1987 (EE L 256), όπως έχει τροποποιηθεί με τον Εκτελεστικό Κανονισμό (ΕΕ) αριθμ. 2016/1821 της Επιτροπής της 6ης Οκτωβρίου 2016 (EE L 294/2016) και ισχύει. Όπου πριν από μια δασμολογική κλάση του παρόντος Παραρτήμα­τος υπάρχει η ένδειξη ΕΧ, στον εφαρμοστέο συντελεστή Φ.Π.Α. υπάγονται μόνο τα προϊόντα που κατονομάζονται ρητά στη συγκεκριμένη παράγραφο του Παραρτήματος και όχι το σύνολο των προϊόντων που έχουν καταταγεί στην εν λόγω δασμολογική κλάση, ενώ, όταν μια δα­σμολογική κλάση αναγράφεται χωρίς το πρόθεμα ΕΧ, ο συντελεστής Φ.Π.Α. αφορά το σύνολο των προϊόντων που έχουν καταταγεί σε αυτή.

  • Άλογα, γαϊδούρια και μουλάρια κάθε είδους, βο­οειδή, χοιροειδή, προβατοειδή και αιγοειδή, ζωντανά. Εξαιρούνται τα άλογα ιπποδρομιών (Δ.Κ. ΕΧ 0101, 0102, 0103, 0104).
  • Πετεινοί, κότες, πάπιες, χήνες, γάλοι, γαλοπούλες και φραγκόκοτες, ζωντανά (Δ.Κ. 0105).
  • Κουνέλια, περιστέρια, ορτύκια, φασιανοί, πέρδικες, λαγοί και λοιπά ζώα και πτηνά, ζωντανά, που προορίζο­νται για την ανθρώπινη διατροφή. Ζώα που εκτρέφο­νται για τη γουνοποιία. Μέλισσες. Ακάρεα (έντομα που χρησιμοποιούνται στις καλλιέργειες αντί εντομοκτόνων) (Δ.Κ. ΕΧ 0106).
  • Κρέατα και παραπροϊόντα σφαγείων, βρώσιμα (Δ.Κ. 0201, 0202, 0203, 0204, 0205, 0206, 0207, 0208, 0209, 0210).
  • Ψάρια και ασπόνδυλα υδρόβια ζωντανά νωπά δι­ατηρημένα με απλή ψύξη ή κατεψυγμένα. Εξαιρούνται τα ζωντανά ψάρια για διακόσμηση (Δ.Κ. ΕΧ 0301, 0302, 0303, 0304, 0305, 0306, 0307, 0308).
  • Γάλα και προϊόντα γαλακτοκομίας. Αυγά πτηνών. Μέλι φυσικό. Προϊόντα βρώσιμα ζωικής προέλευσης που δεν κατονομάζονται αλλού (Δ.Κ. 0401, 0402, 0403, 0404, 0405, 0406, 0407, 0408, 0409, 0410).
  • Έντερα, κύστες και στομάχια ζώων ολόκληρα ή σε τεμάχια, άλλα από εκείνα των ψαριών, νωπά, διατηρημέ­να με απλή ψύξη, κατεψυγμένα, αλατισμένα ή σε άλμη, αποξηραμένα ή καπνιστά ( Δ.Κ. 0504).
  • Βολβοί, κρεμμύδια, κόνδυλοι, ρίζες βολβοειδείς και ριζώματα γενικά, σε φυτική νάρκη, σε βλάστηση ή σε άν­θηση. Φυτά φυτωρίου, άλλα φυτά και ρίζες κιχωρίου, άλ­λες από τις ρίζες της Δ.Κ. 1212. Άλλα φυτά ζωντανά (στα οποία περιλαμβάνονται και οι ρίζες τους), μοσχεύματα και μπόλια. Λευκό (φύτρα) μανιταριών (Δ.Κ. 0601, 0602).
  • Άνθη και μπουμπούκια ανθέων, κομμένα, για ανθο­δέσμες ή διακοσμήσεις, νωπά. Φυλλώματα, φύλλα, κλα­διά και άλλα μέρη φυτών, χωρίς άνθη ούτε μπουμπούκια ανθέων, και πρασινάδες, βρύα και λειχήνες, για ανθο­δέσμες ή διακοσμήσεις, νωπά (Δ.Κ. ΕΧ 0603, ΕΧ 0604).
  • Λαχανικά, φυτά, ρίζες και κόνδυλοι, βρώσιμα (Δ.Κ. 0701, 0702, 0703, 0704, 0705, 0706, 0707, 0708, 0709, 0710, 0711, 0712, 0713, 0714).
  • Καρποί και φρούτα βρώσιμα, φλούδες εσπεριδο­ειδών, πεπονιών και καρπουζιών (Δ.Κ. 0801, 0802, 0803, 0804, 0805, 0806, 0807, 0808, 0809, 0810, 0811, 0812, 0813, 0814).
  • Καφές, τσάι, ματέ και μπαχαρικά (Δ.Κ. 0901, 0902, 0903, 0904, 0905, 0906, 0907, 0908, 0909, 0910).
  • Δημητριακά (Δ.Κ. 1001, 1002, 1003, 1004, 1005, 1006, 1007, 1008).
  • Προϊόντα αλευροποιίας. Άμυλα κάθε είδους (Δ.Κ. 1101, 1102, 1103,1104, 1105, 1106, ΕΧ 1108).
  • Σπέρματα και καρποί ελαιώδεις. Σπέρματα, σπόροι και διάφοροι καρποί (Δ.Κ. 1201, 1202, 1204, 1205, 1206, 1207,1208,1209).
  • Αρτεμισία, βασιλικός, χαμομήλι, μαντζουράνα η κοινή, μολόχα, δενδρομολόχα, μέντα (δυόσμος) όλων των ποικιλιών, ρίγανη, δενδρολίβανο, φασκόμηλο, τσάι του βουνού, δίκταμο, γριάδα η ιαματική και λουίζα, νωπά ή ξερά, έστω και κομμένα, σπασμένα ή σε σκόνη (Δ.Κ. ΕΧ 1211).
  • Χαρούπια, ζαχαρότευτλα, ζαχαροκάλαμα, διατη­ρημένα με απλή ψύξη, κατεψυγμένα ή αποξηραμένα, έστω και σε σκόνη. Κουκούτσια και αμύγδαλα καρπών και άλλα φυτικά προϊόντα (στα οποία περιλαμβάνονται και ρίζες κιχωρίου, μη φρυγμένες, της ποικιλίας CICHO- RIUM INTYBUS SATIVUM), που χρησιμεύουν κυρίως για διατροφή του ανθρώπου και που δεν κατονομάζονται ούτε περιλαμβάνονται αλλού (Δ.Κ. ΕΧ 1212).
  • Άχυρα και φλοιοί ακατέργαστων δημητριακών, έστω και τεμαχισμένα, αλεσμένα, συμπιεσμένα ή συσσω­ματωμένα με μορφή σβόλων. Γογγύλια Σουηδίας (γογγυ- λοκράμβες), τεύτλα κτηνοτροφικά, ρίζες κτηνοτροφικές, χορτονομές (FOIN, LUZERNE), τριφύλλια, κτηνοτροφι­κά λάχανα, χορτονομές λούπινου, βίκου και παρόμοια κτηνοτροφικά προϊόντα, έστω και συσσωματωμένα με μορφή σβόλων (Δ.Κ. 1213, 1214).
  • Μαστίχα (λευκή ή μη), ακατέργαστη (Δ.Κ. ΕΧ 1301).
  • Ελαιόλαδο και τα κλάσματά του, έστω και εξευ­γενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα. Άλλα λάδια και τα κλάσματά τους, που παίρνονται αποκλειστι­κά από ελιές, έστω και εξευγενισμένα, αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα και μείγματα από αυτά τα λάδια ή τα κλάσματα με λάδια ή κλάσματα της Δ.Κ. 1509 (Δ.Κ. 1509, 1510).
  • Σογιέλαιο, αραχιδέλαιο, λάδι ηλιοτρόπιου (ηλιαν- θέλαιο), λάδι βαμβακιού (βαμβακέλαιο), καλαμποκέλαιο, σησαμέλαιο και τα κλάσματά τους, έστω και εξευγενι­σμένα αλλά όχι χημικώς μετασχηματισμένα (Δ.Κ. 1507, 1508, ΕΧ 1512, ΕΧ 1515).
  • Λίπη και λάδια ζωικά ή φυτικά και τα κλάσματά τους, μερικώς ή ολικώς υδρογονωμένα, έστω και εξευγε­νισμένα αλλά όχι αλλιώς παρασκευασμένα. Μαργαρίνη. Μείγματα ή παρασκευάσματα βρώσιμα από λίπη ή λάδια ζωικά ή φυτικά ή από τα κλάσματα διαφόρων λιπών ή λαδιών του Κεφαλαίου 15 (Δ.Κ. ΕΧ 1516, 1517).
  • Παρασκευάσματα κρεάτων, ψαριών ή μαλακο­στράκων, μαλακίων ή άλλων ασπόνδυλων υδρόβιων.

Εξαιρείται το χαβιάρι (Δ.Κ. 1601, 1602, 1603, ΕΧ 1604, 1605).

  • Ζάχαρα και ζαχαρώδη παρασκευάσματα (Δ.Κ. 1701, 1702, 1703,1704).
  • Κακάο και παρασκευάσματα αυτού(Δ.Κ. 1801, 1802, 1803, 1804, 1805, 1806).
  • Παρασκευάσματα με βάση τα δημητριακά, τα αλεύ­ρια, τα άμυλα κάθε είδους ή το γάλα. Είδη ζαχαροπλα­στικής (Δ.Κ. 1901,1902,1903, 1904,1905).
  • Παρασκευάσματα λαχανικών, καρπών και φρού­των ή άλλων μερών φυτών, καθώς και οι χυμοί φρούτων και λαχανικών (Δ.Κ. 2001, 2002, 2003, 2004, 2005, 2006, 2007, 2008, ΕΧ 2009).
  • Εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώματα καφέ, τσαγιού ή ματέ και παρασκευάσματα με βάση τα προϊόντα αυτά ή με βάση τον καφέ, το τσάι ή το ματέ. Κι- χώριο φρυγμένο και άλλα φρυγμένα υποκατάστατα του καφέ και τα εκχυλίσματα, αποστάγματα και συμπυκνώ­ματα αυτών. Ζύμες (ενεργές ή αδρανείς). Άλλοι αδρανείς μονοκύτταροι οργανισμοί (με εξαίρεση τα εμβόλια της Δ.Κ. 3002). Σκόνες για το φούσκωμα της ζύμης παρα­σκευασμένες. Παρασκευάσματα για σάλτσες και σάλ­τσες παρασκευασμένες. Παρασκευάσματα για σούπες και ζωμούς, σούπες και ζωμοί παρασκευασμένα. Παγωτά έστω και αν περιέχουν κακάο (Δ.Κ. 2101, 2102, ΕΧ2103, ΕΧ2104, 2105).
  • Νερά, στα οποία περιλαμβάνονται και τα φυσικά ή τεχνητά μεταλλικά νερά, χωρίς προσθήκη ζάχαρης ή άλλων γλυκαντικών, ούτε αρωματισμένα, μη αεριούχα, πάγος και χιόνι (Δ.Κ. ΕΧ 2201).
  • Ξύδια και υποκατάστατα αυτών βρώσιμα που λαμ­βάνονται από οξικό οξύ (Δ.Κ. 2209).
  • Υπολείμματα και απορρίμματα των βιομηχανιών ειδών διατροφής. Τροφές παρασκευασμένες για ζώα, εξαιρουμένων των τροφών για σκύλους ή γάτες (Δ.Κ. 2301, 2302, 2303, 2304, 2305, 2306, 2307, 2308, ΕΧ 2309).
  • Αλάτι (στο οποίο περιλαμβάνονται και το επιτραπέ­ζιο και μετουσιωμένο αλάτι), έστω και σε υδατικό διάλυ­μα ή με προσθήκη αντισυσσωματικών ουσιών ή ουσιών που εξασφαλίζουν την καλή ρευστότητα. Θαλασσινό νερό (Δ.Κ. 2501).
  • Η παράδοση νερού.
  • Η θέρμανση μέσω δικτύου (τηλεθέρμανση). Ο συντελεστής του φόρου για το αγαθό της παρούσας περίπτωσης ορίζεται σε έξι τοις εκατό (6%).
  • Η ηλεκτρική ενέργεια (Δ.Κ. 2716) και το φυσικό αέριο (Δ.Κ. ΕΧ 2711). Ο συντελεστής του φόρου για τα αγαθά της παρούσας περίπτωσης ορίζεται σε έξι τοις εκατό (6%).
  • Φαρμακευτικά προϊόντα (Δ.Κ. 3001, 3002, 3003, 3004, 3005, 3006).
  • Φάρμακα για την ιατρική του ανθρώπου των δα­σμολογικών κλάσεων 3003 και 3004. Εμβόλια για την ιατρική του ανθρώπου της δασμολογικής κλάσης 3002 (Δ.Κ. ΕΧ 3002, ΕΧ 3003, ΕΧ 3004). Ο συντελεστής του φό­ρου για τα αγαθά της παρούσας περίπτωσης ορίζεται σε έξι τοις εκατό (6%).
  • Λιπάσματα (Δ.Κ. 3101, 3102, 3103, 3104, 3105).
  • Εντομοκτόνα, ποντικοφάρμακα, μυκητοκτόνα, ζιζανιοκτόνα, ανασχετικά της βλάστησης και ρυθμι­στικά της ανάπτυξης των φυτών, απολυμαντικά και παρόμοια προϊόντα που παρουσιάζονται σε μορφές ή συσκευασίες για τη λιανική πώληση ή ως παρα­σκευάσματα, άλλα από εκείνα που προορίζονται για ανθρώπινη χρήση. Εξαιρούνται τα εντομοαπωθητικά, τα απολυμαντικά για οικιακές χρήσεις, τα εντομοκτόνα και κατσαριδοκτόνα που παρουσιάζονται σε φιάλες με προωθητικό αέριο ή σε σκόνη για οικιακές χρήσεις (Δ.Κ. ΕΧ 3808).
  • Βιβλία και βιβλία με εικόνες για παιδιά (Δ.Κ. ΕΧ 4901, ΕΧ 4903). Εφημερίδες και περιοδικές εκδόσεις τυ­πωμένες, έστω και εικονογραφημένες ή με διαφημίσεις (Δ.Κ. 4902). Ο συντελεστής του φόρου για τα αγαθά της παρούσας περίπτωσης ορίζεται σε έξι τοις εκατό (6%).
  • Ειδικές ανυψωτικές συσκευές (σκάλες, ανελκυστή­ρες, μηχανήματα ανεβοκατεβάσματος αναπήρων και παρόμοια), που χρησιμοποιούνται για την εξυπηρέτηση αναπήρων (Δ.Κ. ΕΧ 8428).
  • Αμαξάκια τύπου πολυθρόνας και άλλα οχήματα για αναπήρους, έστω και με κινητήρα ή άλλον μηχανισμό προώθησης, ανταλλακτικά αναπηρικού αμαξιδίου και ερεισίνωτο (Δ.Κ. 8713, 9403, ΕΧ 8714).
  • Αντισυλληπτικές συσκευές που ονομάζονται «εν­δομήτρια αντισυλληπτικά», καθετήρες για την ιατρική χρήση των ανθρώπων, σύριγγες σίτισης, πιεσόμετρα ομιλούντα, βελόνες (για τις πένες ινσουλίνης), βελόνες τεχνητού νεφρού, συσκευές έγχυσης ινσουλίνης (Δ.Κ. ΕΧ 9018).
  • Είδη και συσκευές ορθοπεδικής, στα οποία περι­λαμβάνονται και οι ιατροχειρουργικές ζώνες, οι επίδε­σμοι και οι πατερίτσες. Νάρθηκες, υποστηρίγματα και άλλα είδη και συσκευές για κατάγματα. Είδη και συσκευ­ές προθέσεως. Συσκευές για τη διευκόλυνση της ακοής στους κωφούς και άλλες συσκευές που κρατιούνται με το χέρι, φέρονται από τα πρόσωπα ή εισάγονται στον ανθρώπινο οργανισμό, με σκοπό την αναπλήρωση μιας έλλειψης ή τη θεραπεία μιας αναπηρίας. Εξαιρούνται τα μέρη και εξαρτήματα των παραπάνω αγαθών (Δ.Κ. ΕΧ 9021).
  • Ανυψωτικό τουαλέτας (Δ.Κ. ΕΧ 3922), μπανιέρες για ανάπηρους (Δ.Κ. ΕΧ 3922, 6910, 7324), στηθόδεσμος μα­στεκτομής - μαγιώ μαστεκτομής (Δ.Κ. ΕΧ 6212, ΕΧ 6112, ΕΧ 6211), προγράμματα για ηλεκτρονικούς υπολογιστές (jaws, supernova, hall, φωναισθησίας, fine reader) (Δ.Κ. EX 8523), εκτυπωτές Braille (Δ.Κ. EX 8443), ρολόγια χει­ρός (Braille) (Δ.Κ. EX 9102), πινακίδες γραφής (Braille), μέτρα (Braille) (Δ.Κ. ΕΧ 9017), μπαστούνια ηλεκτρονικά (Δ.Κ. ΕΧ 6602), κασετόφωνα με 4 tracks (Braille) (Δ.Κ. ΕΧ 8519), ταινίες μέτρησης σακχάρου (Δ.Κ. ΕΧ 3822), τα οποία προορίζονται για την εξυπηρέτηση ατόμων με ειδικές ανάγκες.
  • Μπαστούνια λευκά (Δ.Κ. ΕΧ 6602), γραφομηχανές με χαρακτήρες Braille (Δ.Κ. ΕΧ 8472), τα οποία προορί­ζονται για την εξυπηρέτηση ατόμων με αναπηρία όρα­σης. Ο συντελεστής φόρου για τα αγαθά της παρούσας περίπτωσης ορίζεται σε έξι τοις εκατό (6%).
  • Καθίσματα μπάνιου (Δ.Κ. ΕΧ 3922, ΕΧ 9401), αντλία αποσιδήρωσης για μεσογειακή αναιμία (Δ.Κ. ΕΧ 9018), σύστημα τραχειοστομίας - τραχειοσωλήνες - φίλτρα (Δ.Κ. ΕΧ 9018), περπατούρα (Δ.Κ. ΕΧ 6602, ΕΧ 9021), τρίποδο (Δ.Κ. ΕΧ 6602, ΕΧ 9021), σύστημα φωτεινής ειδοποίησης (Δ.Κ. ΕΧ 8531), δέκτης φωτεινών σημάτων (Δ.Κ. ΕΧ 8517), Braille display (Δ.Κ. ΕΧ 8528), scanner (Δ.Κ. ΕΧ 8471), Braille note taker (Δ.Κ. EX 8472), προ­γράμματα κινητών τηλεφώνων σε ελληνική και ξένη έκδοση (mobile speak, speaking phone) (Δ.Κ. EX 8523), πλαίσια γραφής για άτομα με μειωμένη όραση (Braille) (Δ.Κ. ΕΧ 3926, 7326), κάλτσες Α.Γ. ή Κ.Γ. (Δ.Κ. ΕΧ 6115, ΕΧ 6217), κάλτσες κολοβώματος (Δ.Κ. ΕΧ 6307), φίλτρα αιμοκάθαρσης, αιμοδιήθησης, αιμοδιαδιήθησης και πλασμαφαίρεσης (Δ.Κ. ΕΧ 9018), γραμμές αιμοκάθαρ­σης, αιμοδιήθησης, αιμοδιαδιήθησης καί πλασμαφαί­ρεσης (Δ.Κ. ΕΧ 9018), σάκοι περισυλλογής υγρού προ­ετοιμασίας φίλτρων (Δ.Κ. ΕΧ 3926), Υ- connectors, σετ φλεβοκέντησης κατά την αιμοκάθαρση (Δ.Κ. ΕΧ 9018), φύσιγγες διττανθρακικών (Δ.Κ. ΕΧ 2836), συνδετικό από τιτάνιο (Δ.Κ. ΕΧ 9018, ΕΧ 8108), γραμμή σύνδεσης και αποχέτευσης, σάκοι αποχέτευσης (Δ.Κ. ΕΧ 3926), κασέτες σύνδεσης, Clamp (λαβίδες) (Δ.Κ. ΕΧ 9018), βα­λίτσα περιτοναϊκής κάθαρσης (SMART PD CASE) (Δ.Κ. ΕΧ 9018, ΕΧ 4202), αναλώσιμο υλικό για κολοστομίες (Δ.Κ. ΕΧ 3006), τα οποία προορίζονται για την εξυπη­ρέτηση ατόμων με ειδικές ανάγκες.

Β. ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ

  1. Εισιτήρια θεατρικών παραστάσεων και συναυλιών για τα οποία ο συντελεστής του φόρου ορίζεται σε έξι τοις εκατό (6%).
  2. Η διαμονή σε ξενοδοχεία και παρόμοιους χώρους, συμπεριλαμβανομένης και της παροχής καταλύματος διακοπών και της μίσθωσης χώρου σε κατασκήνωση ή κάμπινγκ για τροχόσπιτα.
  3. Η παροχή υπηρεσιών κατ' οίκον φροντίδας, παιδιών, ηλικιωμένων, ασθενών και ατόμων με ειδικές ανάγκες γενικά.
  4. Η παροχή υπηρεσιών για τη γεωργική παραγωγή.
  5. Η παροχή υπηρεσιών από οίκους ευγηρίας, οικο­τροφεία, δομές για άτομα με ειδικές ανάγκες και δομές που παρέχουν κατάλυμα σε άτομα με νοητική υστέρηση, ψυχικές διαταραχές και χρήση ουσιών, που ενεργείται στο πλαίσιο κοινωνικής πρόνοιας, εφόσον δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της περίπτωσης θ' της παραγρά­φου 1 του άρθρου 22.
  6. Η εκμετάλλευση καφενείων, καφετεριών, ζαχαρο­πλαστείων, εστιατορίων, ψητοπωλείων, οινομαγειρείων και λοιπών συναφών προς αυτές επιχειρήσεων, πλην των κέντρων διασκέδασης, με εξαίρεση τη διάθεση αλκοολούχων και μη αλκοολούχων ποτών, χυμών και ροφημάτων.

Γ. ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Αγαθά και υπηρεσίες που δεν εντάσσονται στο Πα­ράρτημα αυτό ή για τα οποία υπάρχει οποιαδήποτε αμ­φιβολία ως προς την ένταξή τους στον πίνακα αυτόν, συνεπεία του είδους, του προορισμού, της σύνθεσης ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο, υπάγονται στον κανονικό συντελεστή Φ.Π.Α..»

  1. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 ισχύουν από 20.5.2019.

Άρθρο 126

Τροποποίηση του άρθρου 22 του ν. 4354/2015

Η περίπτωση β' της παραγράφου 6 του άρθρου 22 του ν. 4354/2015 (Α' 176) αντικαθίσταται ως εξής:

«β. Για την έκδοση των αποφάσεων του παρόντος άρ­θρου ορίζεται ως προθεσμία η 31.12.2019.».

 

Άρθρο 129

Στην περίπτωση Δ' της παραγράφου 1 του άρθρου 20 του ν. 3863/2010 (A' 115) προστίθεται υποπερίπτωση ζζ' ως εξής:

«ζζ. Οι περιστασιακά απασχολούμενοι στη μουσική κάλυψη ιδιωτικών εκδηλώσεων και συνεστιάσεων που αμείβονται με την ώρα ή την ημέρα και δεν απασχο­λούνται ως υπαλληλικό προσωπικό εταιρείας ή ως μέλη εταιρείας.».

Άρθρο 130

  1. Κατάσχεση που έχει επιβληθεί από τη Φορολογική Διοίκηση στα χέρια τρίτων κατά τις διατάξεις των άρ­θρων 30Α και 30Β του ν.δ. 356/1974 (A' 90) σε καταθέσεις τραπεζικού λογαριασμού ή τοποθετήσεις λογαριασμών πληρωμών, κοινών ή ατομικών, περιορίζεται για έναν μοναδικό λογαριασμό, εφόσον:

α) έχουν τακτοποιηθεί στο σύνολό τους με ρύθμιση ή με αναστολή πληρωμής οι ατομικές ληξιπρόθεσμες οφειλές του καθ' ου η κατάσχεση προς τη Φορολογική Διοίκηση, καθώς και αυτές για τις οποίες έχει ευθύνη καταβολής και τηρούνται οι όροι των ρυθμίσεων αυτών,

β) έχει εξοφληθεί εμπρόθεσμα η δόση της ρύθμισης του δεύτερου ημερολογιακού μήνα που προηγείται του μήνα χορήγησης του περιορισμού της κατάσχεσης και

γ) προκειμένου για φυσικά πρόσωπα, έχει υποβληθεί η ηλεκτρονική δήλωση της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του ν.δ. 356/1974 για τη δήλωση μοναδικού ακατά­σχετου λογαριασμού.

Σε περίπτωση απώλειας ρύθμισης για την οποία έχει χορηγηθεί ο περιορισμός του παρόντος άρθρου, ο περι­ορισμός παύει οριστικά να ισχύει και δεν χορηγείται εκ νέου σε περίπτωση υπαγωγής των ίδιων οφειλών σε νέα ρύθμιση. Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, δεν θεωρείται απώλεια ρύθμισης η υπαγωγή στη ρύθμιση του Μέρους Β' του παρόντος νόμου οφειλών που είχαν ρυθμιστεί με άλλες διατάξεις και επιτρέπεται να υπα­χθούν στη ρύθμιση του Μέρους Β' του παρόντος νόμου.

  1. Για τον περιορισμό της κατάσχεσης σύμφωνα με την παράγραφο 1 υποβάλλεται από τον καθ' ου η κατάσχεση ηλεκτρονικά αίτησης περιορισμού αυτής, στην οποία αναγράφεται ο αριθμός λογαριασμού για τον οποίο ζη­τείται περιορισμός της κατάσχεσης. Ειδικά για τα φυσι­κά πρόσωπα, ο περιορισμός της κατάσχεσης χορηγείται αποκλειστικά στον δηλωθέντα μοναδικό ακατάσχετο λογαριασμό της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του ν.δ. 356/1974.
  2. Ο περιορισμός της κατάσχεσης χορηγείται για τις απαιτήσεις εις χείρας του τρίτου, στον οποίο κοινοποι­είται η κατάσχεση, που γεννώνται μετά τη γνωστοποί­ηση σε αυτόν του περιορισμού της κατάσχεσης από τη Φορολογική Διοίκηση, ισχύει για έναν (1) μήνα από την ημερομηνία χορήγησής του και ανανεώνεται μη­νιαίως, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πα­ραγράφου 1.
  3. Το ποσό του περιορισμού της κατάσχεσης υπο­λογίζεται από το άθροισμα των γινομένων των ποσών των τελευταίων μηνιαίων δόσεων των ρυθμίσεων, που εξοφλήθηκαν εντός του δεύτερου ημερολογιακού μήνα που προηγείται του μήνα χορήγησης του περιορισμού, εξαιρουμένων των ρυθμίσεων κατά τα άρθρα 1 έως 17 του ν. 3869/2010 (Α' 130), τα άρθρα 1 έως 16 του ν. 4469/2017 (Α' 62), το άρθρο 62Α του ν.δ. 356/1974, καθώς και με συμφωνία που έχει επικυρωθεί δικαστικά σύμφωνα με τα άρθρα 99 και επόμενα του ν. 3588/2007 (Α' 153) ή με άλλη διάταξη νόμου, και αναλογούν στον οφειλέτη (πολλαπλασιαστής) επί συντελεστή (πολλα­πλασιαστέος) που μπορεί να κλιμακώνεται ανά δόση και είδος ρύθμισης και δεν μπορεί να είναι μικρότερος από τρία (3) και μεγαλύτερος από τεσσεράμισι (4,5). Σε περίπτωση που έχει επιβληθεί κατάσχεση σε δηλωθέντα κατά τις διατάξεις της παραγράφου 2 του άρθρου 31 του ν.δ. 356/1974 τραπεζικό λογαριασμό ή λογαριασμό πληρωμών, το ποσό περιορισμού που προκύπτει προστί­θεται στο όριο του ακατάσχετου των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250) ευρώ αποκλειστικά κατά το μέρος που υπερβαίνει το όριο αυτό και αποκλείεται ο σωρευτικός υπολογισμός αυτού σε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του μήνα.
  4. Οι έλεγχοι για την εγκυρότητα του λογαριασμού που δηλώνεται και των προϋποθέσεων χορήγησης του ευεργετήματος, ο υπολογισμός του ποσού του περιορι­σμού, καθώς και η ηλεκτρονική γνωστοποίηση από τη Φορολογική Διοίκηση του ποσού αυτού προς τον τρίτο διενεργούνται με ηλεκτρονικά μέσα.
  5. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων δύνανται να ορίζονται περαιτέρω προϋποθέσεις, ο συντελεστής και τα κριτήρια προσδιορισμού του πο­σού του περιορισμού, η διαδικασία ανάκλησης αυτού, η διαδικασία υποβολής της αίτησης, ο τρόπος ελέγ­χου του λογαριασμού, υποβολής της γνωστοποίησης στον τρίτο και πιστοποίησης του χρόνου της παραλα­βής, τα στοιχεία των υποβαλλόμενων γνωστοποιήσε­ων, οι υποχρεώσεις των τρίτων του άρθρου 30Β του ν.δ. 356/1974 και ο τρόπος ενημέρωσής τους από τη Φορολογική Διοίκηση για την υποβαλλόμενη δήλωση και κάθε άλλο ειδικότερο θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
  6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού εφαρμόζονται και για τις κατασχέσεις που έχουν επιβληθεί για την είσπραξη οφειλών που έχουν ήδη υπαχθεί σε πρόγραμμα ρύθμι­σης οφειλών μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου.

Άρθρο 131

Στο άρθρο 68 του π.δ. 26/2012 (Α' 57) επέρχονται οι εξής τροποποιήσεις:

  1. Η περίπτωση α' της παραγράφου 3 αντικαθίσταται ως εξής: «Οι Πρωτοδίκες και οι Αντεισαγγελείς Πρωτοδι­κών. Επίσης, διορίζονται, μόνο κατόπιν αίτησής τους, οι Πρόεδροι Πρωτοδικών και οι Εισαγγελείς Πρωτοδικών, εξαιρουμένων όσων ασκούν καθήκοντα διεύθυνσης των οικείων δικαστηρίων και εισαγγελιών, των αναπληρωτών τους για τη διαδικασία των εκλογών, καθώς και όσων εξ αυτών ασκούν άλλα καθήκοντα σχετικά με την εκλογική διαδικασία κατά την ημέρα της διενέργειας αυτής.».
  2. Η περίπτωση ιβ' της παραγράφου 3 αντικαθίσταται ως εξής: «ιβ) Οι υπάλληλοι με βαθμό A', Β' και Γ, καθώς και οι υπάλληλοι με βαθμό Δ' που είναι πτυχιούχοι νο­μικής της γραμματείας των δικαστηρίων, δηλαδή του Συμβουλίου Επικράτειας, όλων των πολιτικών, ποινικών και διοικητικών δικαστηρίων, των εισαγγελιών, της Γενι­κής Επιτροπείας των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων, καθώς και των έμμισθων υποθηκοφυλακείων.».
  3. Η περίπτωση ιε' της παραγράφου 3 του άρθρου 68 του π.δ. 26/2012 αντικαθίσταται ως εξής: «ιε) Οι δι­καστικοί υπάλληλοι με βαθμό A', Β' και Γ, καθώς και οι υπάλληλοι με βαθμό Δ' που είναι πτυχιούχοι νομικής του Ελεγκτικού Συνεδρίου και της Γενικής Επιτροπείας της Επικράτειας στο Ελεγκτικό Συνέδριο.».
  4. Στην παράγραφο 4 του άρθρου 68 του π.δ. 26/2012, οι λέξεις «με βαθμό τουλάχιστον Β'» διαγράφονται.
  5. Η παράγραφος 10 του άρθρου 68 του π.δ. 26/2012 αντικαθίσταται ως εξής:

«10. Οι εισηγητές του Συμβουλίου Επικράτειας και του Ελεγκτικού Συνεδρίου, οι Πρόεδροι και Εισαγγελείς Πρωτοδικών, οι Πρωτοδίκες, οι Αντιεισαγγελείς Πρω­τοδικών, οι Πάρεδροι Πρωτοδικείων και Εισαγγελιών Πρωτοδικών, οι Πρωτοδίκες και οι Πάρεδροι των Διοι­κητικών Πρωτοδικείων, καθώς και οι Ειρηνοδίκες και Πταισματοδίκες, διορίζονται ως τακτικοί ή αναπληρωτές αντιπρόσωποι της Δικαστικής Αρχής στα μεγαλύτερα εκλογικά τμήματα της περιφέρειας που υπηρετούν και κατά προτίμηση στα πλησιέστερα της έδρας της περιφέ­ρειας και της άμεσης εποπτείας των εφόρων.».

Άρθρο 132

Έναρξη ισχύος

Οι διατάξεις του παρόντος νόμου ισχύουν από τη δη- μοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στις επιμέρους διατάξεις του.

 

Σχετικές δημοσιεύσεις